“Ο Εκδικητής”! Ανδρέα Καρκαβίτσα (Από τα λόγια της πλώρης)

Είμαστε άντρες εμείς είμαστε άντρες! είπε ο υποναύκληρος καθισμένος ανάμεσα στο πλήρωμα. Έλληνας! σου λέει ο άλλος· δεν είναι παίξε γέλασε. Έχουμε τα κακά μας – δε λέω· πήραμε δρόμο στραβό, σαν το κακοκυβερνημένο πλε­ούμενο· μα δεν είμαστε και ντιπ! για πέταμα. Και να είμαστε για πέταμα, πάλι δε θα χαθούμε, θέλουμε δε θέλουμε, θα ζή­σουμε. θα ζήσουμε και θα θεριέψουμε και θα δοξαστούμε, όπως και πρώτα. Το σιδερόξυλο σιδερόξυλο είναι, όσο κι αν το κουτσουρέψεις· όσο κι αν του μαδήσεις την κορφή, αν του ζεματίσεις τα φύλλα, αν του πριονίσεις τα κλαδιά. Ο λέοντας, λέοντας λέγεται, όσο κι αν του ψαλιδίσεις τη χήτη, αν του κόψεις την ουρά, αν του βγάλεις τα νύχια, αν του ξεριζώσεις τα δόντια. Φτάνει το βρούχημά του να σε πάει ριπιτί. Το έχει το σκαρί μας, ναι· το θέλ’ η τύχη μας να είμαστε πάντα μεγά­λοι. Όπου κι αν γυρίσεις, σε στεριές και θάλασσες, σε νότο και βοριά, σ’ ανατολή και δύση, θα το ιδείς γραμμένο. Και γραμ­μένο όχι με ανθρώπινο κοντύλι, αλλά με το ίδιο χέρι, το πα­ντοδύναμο χέρι του Δημιουργού. Είμαστε άντρες, σου λέω!

Να, κοίταξε στην Ανατολή. Εκεί βγαίνει ο ήλιος, ήλιος λαμπρός και αβασίλευτος – ο ήλιος του

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Ένας ακόμα μεγάλος ,έφυγε σαν Σήμερα : Γεώργιος Δροσίνης 3/1/1951

Γεώργιος Δροσίνης   

1859 – 1951

Ο ποιητής, πεζογράφος και δημοσιογράφος Γεώργιος Δροσίνης γεννήθηκε στις 9 Δεκεμβρίου 1859, σ’ ένα αρχοντικό της Πλάκας. Καταγόταν από οικογένεια αγωνιστών του Μεσολογγίου. Χάρη στη φιλομάθειά του, αλλά και στις οικονομικές δυνατότητες που είχαν οι γονείς του, σπούδασε νομικά και φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και στη συνέχεια Ιστορίας της Τέχνης στη Λειψία, στη Δρέσδη και στο Βερολίνο.

Από το 1889 ως το 1897 υπήρξε διευθυντής του περιοδικού «Εστία», που ο ίδιος μετέτρεψε σε εφημερίδα το 1894. Την ίδια περίοδο ίδρυσε και διηύθυνε τα περιοδικά «Εθνική Αγωγή» και «Μελέτη», καθώς και το ετήσιο «Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος». Το 1899 μαζί με τον Δημήτριο Βικέλα ίδρυσαν το «Σύλλογο προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων», που εξέδωσε λογοτεχνικά έργα, λαογραφικές και άλλες μελέτες. Το 1901 ίδρυσε τις σχολικές βιβλιοθήκες και το 1908 το εκπαιδευτικό μουσείο. Συνέβαλε, επίσης, στην ανέγερση του Οίκου Τυφλών, της Σεβαστοπούλειας Επαγγελματικής Σχολής και της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρίας.

Από το 1914 ως το 1923 διετέλεσε τμηματάρχης Δημοτικής Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη σύνταξη του Ιστορικού Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσας και στην εφαρμογή του εκπαιδευτικού προγράμματος του Ελευθέριου Βενιζέλου. Το 1924, υπό τη διεύθυνσή του, οργανώθηκε το Μουσείο Κοσμητικών Τεχνών. Έγινε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών από την ίδρυσή της το 1926, διατέλεσε ο πρώτος Γραμματέας των Δημοσιευμάτων του Ιδρύματος (1926-1928) και τιμήθηκε με το Αριστείο των Γραμμάτων και Τεχνών.

Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε το 1879 με ποιήματά του στα περιοδικά «Ραμπαγάς» και «Μη Χάνεσαι». Ένα χρόνο αργότερα κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή υπό τον τίτλο «Ιστοί Αράχνης», η σταδιοδρομία του, όμως, ως νέου ποιητή άρχισε το 1884 με τη συλλογή «Ειδύλλια».

Ποιητής της νέας αθηναϊκής σχολής -όπως και ο Κωστής Παλαμάς, με τον οποίο υπήρξε στενός φίλος- χρησιμοποίησε τη δημοτική γλώσσα από τις πρώτες του δημιουργίες και άντλησε στοιχεία από τα δημοτικά τραγούδια και τη λαϊκή παράδοση. Ως πεζογράφος, χρησιμοποίησε αρχικά την καθαρεύουσα, για να στραφεί κι εκεί αργότερα στη δημοτική, με το διήγημά του «Το βοτάνι της αγάπης» (1901).

Πέθανε στις 3 Ιανουαρίου 1951, στην Κηφισιά. 

Αλιεύθηκε απο το  Σαν Σήμερα . Το βίντεο  με το ΧΩΜΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟ  απο την  Kirkh70 !

Πριν 100 χρόνια σαν σήμερα, “έκλεινε τα μάτια του” ο Αγιος των Γραμμάτων… Ο ΚΟΣΜΟΚΑΛΟΓΕΡΟΣ, της ψυχής ο Δάσκαλος

“Αναγκαστικά” στη μνήμη του μεγάλου Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, θα είναι “μεγάλο” το αφιέρωμα μας. Καλή δύναμη σε όσους φτάσουν μέχρι τέλους.

Βιογραφία, όπως την άφησε ο ίδιος!

Τὸ σύντομο βιογραφικὸ ποὺ ἔφτιαξε ὁ ἴδιος ὁ πεζογράφος γιὰ τὸν ἑαυτό του κατὰ παράκληση τοῦ Γιάννη Βλαχογιάννη ἀναφέρει ὅτι:
Ἐγεννήθην ἐν Σκιάθῳ τῇ 4ῃ Μαρτίου 1851. Ἐβγῆκα ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον εἰς τὰ 1863, ἀλλὰ μόνον τῷ 1867 ἐστάλην εἰς τὸ Γυμνάσιον Χαλκίδος, ὅπου ἤκουσα τὴν Α´ καὶ Β´ τάξιν. Τῇ Γ´ ἐμαθήτευσα εἰς Πειραιᾶ, εἶτα διέκοψα τὰς σπουδάς μου καὶ ἔμεινα εἰς τὴν πατρίδα. Κατὰ τὸν Ἰούλιο τοῦ 1872 ἐπῆγα εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος χάριν προσκυνήσεως, ὅπου ἔμεινα ὀλίγους μῆνας. Τῷ 1873 ἦλθα εἰς Ἀθήνας καὶ ἐφοίτησα εἰς τὴν Δ´ τοῦ Βαρβακείου. Τῷ 1874 ἐνεγράφην εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολὴν ὅπου ἤκουσα κατ᾿ ἐκλογὴν ὀλίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ᾿ ἰδίαν δὲ ἠσχολούμην εἰς τὰς ξένας γλώσσας.
Μικρὸς ἐζωγράφιζα Ἅγίους, εἶτα ἔγραφα στίχους, κι ἐδοκίμαζα νἀ συντάξω κωμωδίας. Τῷ 1868 ἐπεχείρησα νὰ γράψω μυθιστόρημα. Τῷ 1879 ἐδημοσιεύθη ἡ «Μετανάστις» ἔργον μου, εἰς τὸν «Νεολόγον» Κωνσταντινουπόλεως. Τῷ 1881 ἓν θρησκευτικὸν ποιημάτιον εἰς τὸ περιοδικὸν «Σωτῆρα». Τῷ 1882 ἐδημοσιεύθησαν «Οἱ Ἔμποροι τῶν ἐθνῶν»εἰς τὸ «Μὴ χάνεσαι». Ἀργότερα ἔγραψα περὶ τὰ ἑκατὸν διηγήματα, δημοσιευθέντα εἰς διάφορα περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδες. Α.Π.

Βιογραφία Αναλυτική.

Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ὁ καὶ Ἅγιος τῶν γραμμάτων μας χαρακτηριζόμενος, γεννήθηκε στὴ Σκιάθο στὶς 3 Μαρτίου τοῦ 1851 καὶ ἦταν γιὸς τοῦ ἱερέα Ἀδαμαντίου Ἐμμανουὴλ καὶ τῆς Ἀγγελικῆς κόρης Ἀλεξ. Μωραϊτίδη. Τέσσερις ἀδελφὲς κι ἕνας ἀδελφὸς θὰ εἶναι ἡ μόνη περιουσία ποὺ θὰ κληρονομήσει ἀπὸ τὴν φτωχὴ οἰκογένειά του. Τελείωσε τὸ δημοτικὸ καὶ τὶς δυὸ πρῶτες τάξεις τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου στὴ Σκιάθο. Φοίτησε σὲ σχολεῖο τῆς Σκοπέλου, τοῦ Πειραιᾶ καὶ τελικὰ πῆρε ἀπολυτήριο Γυμνασίου ἀπὸ τὸ Βαρβάκειο τὸ 1874. Τὸν Σεπτέμβριο τοῦ ἴδιου χρόνου, γράφτηκε στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ἀπ᾿ ὅπου ὅμως ποτὲ δὲν ἀποφοίτησε, ἐνῷ γράφει τὸ πρῶτο λυρικό του ποίημα γιὰ τὴ μητέρα του. Βγάζει τὰ πρὸς τὸ ζῆν τοῦ πενιχροῦ ὑλικὰ βίου του προγυμνάζοντας μαθητές. Μόνος του θὰ μάθει ἀγγλικὰ καὶ γαλλικὰ στὰ πρῶτα χρόνια τῶν σπουδῶν του. Φίλος καὶ σύντροφός του σ᾿ αὐτὰ τὰ χρόνια ὁ λογοτέχνης ἐξάδελφός του Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, μετέπειτα Ἀνδρόνικος μοναχός. Ὁ Μωραϊτίδης θὰ τὸν φέρει σὲ ἐπαφὴ μὲ λογοτεχνικοὺς καὶ δημοσιογραφικοὺς κύκλους τῆς ἐποχῆς, κι ὁ Παπαδιαμάντης θ᾿ ἀρχίσει νὰ βλέπει τὰ ἔργα του νὰ δημοσιεύονται στὸν «Ραμπαγᾶ», στὸν «Νεολόγο» τῆς Κωνσταντινουπολεως, στὸ «Μὴ Χάνεσαι» καὶ στὶς ἐφημερίδες «Ἐφημερίς» καὶ «Ἀκρόπολις». Γρήγορα οἱ συνεργασίες του μὲ περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδες θὰ αὐξηθοῦν, ἀλλά, βιοποριστικό του ἐπάγγελμα θὰ γίνει ἡ δημοσιογραφία κι οἱ μεταφράσεις.
Τὸ 1879 δημοσιεύει τὸ μυθιστόρημα ὁ «Μετανάστης» στὴν ἐφημερίδα «Νεολόγος».
Τὸ 1882 ἄρχισε νὰ δημοσιεύει τὸ μυθιστόρημά του «Οἱ ἔμποροι τῶν Ἐθνῶν» στὴν ἐφημερίδα «Μὴ χάνεσαι», ἐνῷ παράλληλα ἄρχισε νὰ ἐργάζεται ὡς μεταφραστής.
Τὸ 1884 ἄρχισε νὰ δημοσιεύει στὴν «Ἀκρόπολη» τὸ μυθιστόρημά του «Γυφτοπούλα», ὅπου ἀπὸ τὸ 1892 ὡς τὸ 1897 ἐργάζεται ὡς τακτικὸς συνεργάτης.
Οἱ προοπτικὲς φαίνονται μεγάλες γιὰ μία ἐπιτυχῆ δημοσιογραφικὴ καὶ λογοτεχνικὴ πορεία στὴν Πρωτεύουσα, ὅμως αὐτὸ δὲν συγκινεῖ τὸν «κοσμοκαλόγερο», τὸν μοναχικὸ καὶ ταπεινὸ Παπαδιαμάντη. Οἱ μόνες ὧρες ποὺ φαίνεται νὰ χαίρεται στὴν Ἀθήνα εἶναι ἐκεῖνες ποὺ περνάει μὲ τοὺς ἁπλοὺς καθημερινοὺς λαϊκοὺς ἀνθρώπους, κι ἐκεῖνες ποὺ ψάλλει στὸν Ἅγιο Ἐλισσαῖο στὸ Μοναστηράκι. Δεξιὸς ψάλτης ὁ Παπαδιαμάντης, ἀριστερὸς ὁ Μωραϊτίδης, κι ἱερέας ὁ προσφάτως ἀνακηρυχθεὶς Ἅγιος Νικόλαος Πλανᾶς, ὁ βιώσας τὴν Ταπείνωση.
Πέρα ἀπὸ τὴν δυσκολία του νὰ προσαρμοστεῖ στὴν πρωτεύουσα, παθαίνει καὶ ρευματισμοὺς στὰ χέρια, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μὴν μπορεῖ νὰ συνεχίσει τὴ δημοσιογραφική του ἐργασία. Χωρὶς κανέναν οἰκονομικὸ πόρο θὰ ἐπιστρέψει στὴ Σκιάθο ὅπου, ἄρρωστος, θὰ ἀφεθεῖ γιὰ λίγο στὶς φροντίδες τῶν ἀδελφῶν του. Ἀπὸ τὸ 1902 ὡς τὸ 1904 μένει στὴ Σκιάθο ἀπ᾿ ὅπου δημοσιεύει τὴ «Φόνισσα». Στὶς 13 Μαρτίου 1908 γιορτάζεται στὸν «Παρνασσὸ» ἡ 25ετηρίδα του στὰ ἑλληνικὰ γράμματα, ὑπὸ τὴν προστασία τῆς πριγκίπισσας Μαρίας Βοναπάρτη. Ἀμέσως μετὰ ἐπιστρέφει στὴν πατρίδα του ὅπου καὶ μένει ὡς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Θὰ προειδεῖ τὸν θάνατό του, καὶ τὴν δυσκαταποσία τῶν τελευταίων ὡρῶν του, καὶ θὰ ζητήσει νὰ τὸν κοινωνήσει ὁ ἱερέας τῆς ἐνορίας του δυὸ μέρες πρίν. Κοιμήθηκε τὸ ξημέρωμα τῆς 3ης Ἰανουαρίου τοῦ 1911 ἀπὸ πνευμονία. Ἡ κηδεία του ἔγινε τὴν ἴδια μέρα καὶ τὸν ἐπικήδειο ἐκφώνησε ὁ Γεώργιος Ρήγας. Στὶς 22 Νοεμβρίου 1912 τὸν τάφο του ἐπισκέφτηκε ἡ Μαρία Βοναπάρτη καὶ τὸ 1925 στήθηκε ἡ προτομή του, ἔργο τοῦ Θ. Θωμόπουλου.
Τὸ ἔργο τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, τὸ ὁποῖο εἶναι σήμερα διεθνῶς ἀναγνωρισμένο, ἐπηρεάστηκε ἄμεσα ἀπὸ τὸ νησὶ στὸ ὁποῖο γεννήθηκε καὶ πέθανε, τὸ νησὶ ποὺ ἀγάπησε καὶ ὕμνησε ὅσο κανένας ἄλλος, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους του, τὶς πραγματικὲς ἱστορίες τῶν ὁποίων μετέφερε γράφοντας. Ὑπῆρξε ἕνας ἄριστος μελετητὴς τῆς ἀνθρώπινης ψυχολογίας καὶ τῶν ἠθῶν τῆς ἐποχῆς του. Μὲ τὴν ἀπαράμιλλη καὶ γεμάτη λυρισμὸ πένα του, ἔγραψε χωρὶς ἀμφιβολία τὰ κορυφαῖα ἠθογραφήματα τῆς νεότερης Ἑλλάδας. Ἔτσι, τὸ ὄνομά του μᾶς παραπέμπει στὸ νησί του, ἀλλὰ παράλληλα, στὸ ἄκουσμα τῆς λέξης «Σκιάθος», δὲν μποροῦμε νὰ μὴ σκεφτοῦμε τὸν μεγάλο αὐτὸ λογοτέχνη, ποὺ σφράγισε ἀνεξίτηλα τὸ νησί του ἀκριβῶς ὅπως αὐτὸ σφράγισε τὸ ἔργο του.

Μικρὲς ἱστορίες


Ὁ Παπαδιαμάντης ἦταν κλειστὸς τύπος. Μιὰ φορὰ ὅμως πῆρε τὸ θάρρος καὶ ἀπήγγειλε στὸν Μητσάκη ἕνα ἐρωτικό του ποίημα. Ἐκεῖνος θέλοντας νὰ τὸν πειράξει:
-Ὥστε ἔτσι, κύριε Ἀλέξανδρε! Ἔχουμε ἔρωτες καὶ τοὺς τραγουδοῦμε τόσο ὄμορφα!
-Ἐγὼ δὲν ἔχω ἔρωτες, ἀποκρίθηκε ὁ Παπαδιαμάντης, χαμηλώνοντας τὰ μάτια. Ὁ ἥρωάς μου ἔχει!

Στὶς ἐφημερίδες δούλευε κυρίως ὡς μεταφραστής. Πάνω σ᾿ αὐτὴ τὴ δουλειὰ εἶχε ἕνα καταχθόνιο μυστικό: Ἔκανε ἀκατανόητα στὴ μετάφραση τὰ βλάσφημα κηρύγματα τῶν σοφῶν!
«Καταχθόνιο μυστικὸ ἑνὸς χριστιανοῦ καὶ ἁμαρτία ἑνὸς ἁγίου», σημείωσε ὁ Παῦλος Νιρβάνας.

Ὅταν πρωτοπῆγε νὰ δουλέψει στὸ «Ἄστυ», ὁ Κακλαμάνος μὲ κάποια δειλία καὶ ἐπιφύλαξη τοῦ μίλησε καὶ γιὰ τὴν ἀμοιβή:
- Ὁ μισθός σας θὰ εἶναι 150 δραχμές, εἶπε.
Ὁ Παπαδιαμάντης ἔμεινε σκεπτικός, σὰ νὰ λογάριαζε κάτι.
- Μήπως εἶναι λίγα; ρώτησε δειλὰ ὁ Κακλαμάνος, ἕτοιμος νὰ αὐξήσει τὸ ποσό.
- Πολλὲς εἶναι 150! ἀποκρίθηκε ὁ «κοσμοκαλόγερος». Μὲ φθάνουν 100.
Κι ἔφυγε βιαστικὸς καὶ ντροπαλὸς χωρὶς νὰ προσθέσει λέξη…

Ὡρισμένα ῥητά

Ἡ ἠθικὴ δὲν εἶναι ἐπάγγελμα καὶ ὅστις ὡς ἐπάγγελμα θέλει νὰ τὴν μετέλθῃ, πλανᾶται οἰκτρῶς καὶ γίνεται γελοῖος.
Ἠξεύρω ὅτι οὐδεὶς τολμᾷ ποτε ν᾿ ἀτενίσῃ ἐντὸς ἑαυτοῦ, ὡς εἱς βαθὺ καὶ ἀπύθμενον φρέαρ, πρὸς ὃ ἰλιγγιᾷ ἡ ὅρασις. Κατοπτρίζεσθε μᾶλλον ἐν τοῖς πράγμασι τοῦ πλησίον καὶ εὐλόγως πράττετε.
Ἡ φιλοδοξία εἶναι ἡ νόσος τῶν χορτάτων, ἡ λαιμαργία εἶναι τῶν πεινασμένων τὸ νόσημα.
Ἡ πλουτοκρατία ἦτο καὶ θὰ εἶναι ὁ μόνιμος ἄρχων τοῦ κόσμου, ὁ διαρκὴς ἀντίχριστος. Αὕτη γεννᾷ τὴν ἀδικίαν, αὕτη τρέφει τὴν κακουργίαν, αὕτη φθείρει σώματα καὶ ψυχάς. Αὕτη καταστρέφει κοινωνίας νεοπαγεῖς…
Τίς ἠμύνθη περὶ πάτρης; Καὶ τὶ πταίει ἡ γλαύξ, ἡ θρηνωδοῦσα ἐπὶ τῶν ἐρειπίων; Πταίουν οἱ πλάσαντες τὰ ἐρείπια. Καὶ τὰ ἐρείπια τὰ ἔπλασαν οἱ κακοὶ κυβερνῆται τῆς Ἑλλάδος.
Τὸ πονηρὸν πνεῦμα μαστίζει κατὰ θείαν παραχώρησιν τοὺς ἐναρέτους τῶν ἀνδρῶν.
Πρέπει νὰ παρηγορώμεθα, διότι εἰς τοιούτους δυστυχεῖς καιρούς ὅπου εὑρέθημεν, στενὰ εἶναι πανταχόθεν καὶ δὲν ὑποφέρομεν ἡμεῖς μόνον, ἀλλ᾿ ὁ κόσμος ὅλος.

Ὁ Πολιτικὸς Παπαδιαμάντης καὶ ἡ Ῥωμηοσύνη τοῦ Σαράντου Καργάκου.


Εἰσήγηση μὲ τίτλο «Ὁ Πολιτικὸς Παπαδιαμάντης» ποὺ παρουσιάστηκε στὸ διήμερο Συνέδριο ποὺ ὀργάνωσε στὴν Παλαιὰ Βουλὴ ἡ Ἱ. Σύνοδος τῆς Ἑλλάδος ἐπ᾿ εὐκαιρία συμπληρώσεως 150 χρόνων ἀπὸ τὴν γέννηση τοῦ Παπαδιαμάντη στὶς 25 καὶ 26 Μαΐου 2001.
Ὁ Παπαδιαμάντης ὑπῆρξε ὁ κορυφαῖος λογοτέχνης πεζογράφος ποὺ ἀνέδειξε ὁ ἑλληνικὸς χῶρος καὶ κόσμος ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἐποχὴ μέχρι σήμερα. Ἦταν ὅμως καὶ ποιητής. Ὄχι διότι ἔγραψε κάποια ποιήματα ποὺ δὲν ἔχουν ἰδιαίτερη ποιητικὴ πνοή. Ὅπως γράφω στὴ δίτομη ἱστορία μου τοῦ Ἑλληνικοῦ Κόσμου (τόμ. Β´, σ. 531 – Οἱ παραπομπὲς γίνονται στὴν ἔκδοση Βαλέτα), ἡ ποιητικότητά του ἀποκαλύπτεται στὰ μεγάλα πεζογραφήματά του. Ἔκανε τὸν πεζὸ λόγο ποίηση. Ὡς κορυφαῖος πεζογράφος, λοιπόν, δὲν ἦταν ὁ Παπαδιαμάντης ἕνας μονοδιάστατος συγγραφέας, πρωτίστως θρησκευτικός, ὅπως τὸν παρουσίασε μία κατηγορία θαυμαστῶν καὶ ἄλλη μία κατηγορία ἐπικριτῶν. Ἦταν ἕνας πολυεπίπεδος συγγραφέας, καὶ ὡς ἄνθρωπος μία σύνθετη προσωπικότητα, ἕνας ψυχικὸς συλλαβόγριφος, ποὺ εἶναι δύσκολο νὰ ἑρμηνευθεῖ, ἂν ἐξετασθεῖ ἀπὸ μία καὶ μόνο ὀπτικὴ γωνία. Κατ᾿ ἐμὲ ὁ Παπαδιαμάντης, χωρὶς βέβαια αὐτὸ νὰ σημαίνει πὼς ἀρνοῦμαι τὴ θρησκευτικότητα, τὸν θρησκευτισμό, τὸν ἐρωτισμό, τὴ φυσιολατρία, τὸν παγανισμὸ καὶ τὴν ψυχολογική του διεισδυτικότητα, εἶναι ἕνας μεγάλος κοινωνικὸς καὶ πολιτικὸς συγγραφέας, ὁ μεγαλύτερος πολιτικὸς συγγραφέας τῶν γραμμάτων μας, ὁ βαθύτερος μελετητὴς τῆς κοινωνικῆς καὶ πολιτικῆς ζωῆς τῆς δικῆς του ἐποχῆς ἀλλὰ καὶ τῶν μεταγενεστέρων ἐποχῶν μέχρι τῶν σημερινῶν κακῶν μας τῶν καιρῶν. Ὡς πολιτικὸς συγγραφέας ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι καὶ ὀξύτατος σατιριστὴς καὶ γι᾿ αὐτὸ ἴσως ἐνόχλησε τότε, ὅπως ἐνοχλεῖ καὶ νῦν. Κι ἐπειδὴ οἱ πολιτικοὶ στοχασμοὶ τοῦ Παπαδιαμάντη ἦσαν ἄκρως ἐνοχλητικοί, καθότι ἦσαν σωστοί, βρέθηκε καὶ γι᾿ αὐτὸν ἡ ταμπέλα τοῦ «συντηρητικοῦ» καὶ τοῦ «ἀντιδραστικοῦ». Ἀλλ᾿ ὅμως κανεὶς προοδευτικὸς δὲν μᾶς ἔχει δώσει μὲ τόση περιγραφικὴ γλαφυρότητα τὴν εὐτέλειά τοῦ τότε καὶ νῦν πολιτικοῦ μας βίου στὸ βαθμὸ ποὺ τὸ πέτυχε ὁ Παπαδιαμάντης μὲ τὸ περίφημο ἀφήγημα «Οἱ Χαλασοχώρηδες», ποὺ δημοσιεύθηκε σὲ συνέχειες στὴν Ἀκρόπολι τοῦ Γαβριηλίδη τὸν Αὔγουστο τοῦ 1892.
Εἶπαν κάποιοι ἀφελῶς τὸν Παπαδιαμάντη ἀπολιτικό, ἐπειδὴ ὑπῆρξε ἀποδοκιμαστικὸς ἔναντι πολιτικῶν ἐκφράσεων τοῦ πολιτικοῦ βίου παλαιοτέρων καὶ νεωτέρων ἐποχῶν. Ἡ ἄρνηση ὅμως μίας συγκεκριμένης πολιτικῆς πρακτικῆς, ποὺ μετατρέπει τὴν πολιτικὴ ἀπὸ ἄσκηση θυσίας σὲ ἄσκηση λῃστείας, δὲν συνιστᾷ ἔλλειψη πολιτικότητας. Τοὐναντίον, κανεὶς ἀπ᾿ ὅτι ἔχω ὑπόψη δὲν ὑπῆρξε τόσο ἀμείλικτα μαστιγωτικὸς κατὰ τῆς πολιτικῆς τῶν ἰσχυρῶν στὸ βαθμὸ ποὺ ὑπῆρξε ὁ Παπαδιαμάντης. Ἐλέγχοντας τὴν πολιτικῆς τῆς πανίσχυρης Βενετίας, πού, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, ἦταν ὁ πλανητάρχης τῶν τότε καιρῶν, γράφει στὸ μυθιστόρημα «Ἔμποροι τῶν Ἐθνῶν», ποὺ δημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ Μὴ χάνεσαι τοῦ Γαβριηλίδη μεταξὺ τῶν μηνῶν Νοεμβρίου 1882 καὶ Φεβρουαρίου 1883, τὰ ἀκόλουθα:
«Ἡ γενεολογία τῆς πολιτικῆς εἶναι συνεχὴς καὶ γνησία κατὰ τοὺς προγόνους. Ἡ ἀργία ἐγέννησε τὴν πενίαν. Ἡ πενία ἔτεκε τὴν πεῖναν. Ἡ αὐθαιρεσία ἐγέννησε τὴν λῃστείαν. Ἡ λῃστεία ἐγέννησε τὴν πολιτικήν. Ἰδοὺ ἡ αὐθεντικὴ καταγωγὴ τοῦ τέρατος τούτου. Τότε καὶ τώρα πάντοτε ἡ αὐτή. Τότε διὰ τῆς βίας, τώρα διὰ τοῦ δόλου καὶ διὰ τῆς …βίας. Πάντοτε ἀμετάβλητοι οἱ σχοινοβᾶται οὗτοι οἱ Ἀθίγγανοι, οἱ γελωτοποιοὶ οὗτοι πίθηκοι (καλῶ δ᾿ οὕτω τοὺς λεγομένους πολιτικούς). Μαῦροι χαλκεῖς κατασκευάζοντες δεσμὰ διὰ τοὺς λαοὺς ἐν τῇ βαθυζόφῳ σκοτίᾳ τοῦ αἰωνίου ἐργαστηρίου των…».
Μετὰ ἀπὸ ἕναν τέτοιο στιγματισμό, πὼς ἦταν δυνατὸν νὰ μὴ θεωρηθεῖ ὁ Παπαδιαμάντης ἀπὸ δημοπιθήκους καὶ δημοκόλακες σὰν ἀντιδραστικός; Ἀλλὰ σ᾿ αὐτὸ ἔγκειται κατ᾿ ἐμὲ ἡ βαθειὰ πολιτικὴ συμπεριφορὰ τοῦ Παπαδιαμάντη ὡς ἀνθρώπου. Προτίμησε νὰ πεινάσει παρὰ νὰ προσκυνήσει καὶ νὰ ὑποταχθεῖ στοὺς ἰσχυροὺς τῆς πολιτικῆς. Ὁ Παπαδιαμάντης ἔζησε σὰν ζητιάνος ὄχι γιατὶ τοῦ ἄρεσε νὰ εἶναι Διογενικός, ἀλλὰ γιατὶ δὲν ἦταν ἀγαπητὸς στὸν πολιτικὸ καὶ κοινωνικὸ μικρόκοσμο τῆς Σκιάθου καὶ τῶν Ἀθηνῶν. Ὁ Παπαδιαμάντης ἐπείνασε, ὄχι γιατὶ δὲν ἐδούλεψε, ἀλλὰ γιατὶ δὲν προσκύνησε κανέναν ἰσχυρὸ οὔτε τῆς πολιτείας, οὔτε τῆς ἐκκλησίας. Πρὸς ὅλους ἦταν ἐξ ἴσου αὐστηρὸς καὶ ὅπου ἔπρεπε ἦταν ἐπικριτικός. Αὐτὸ συνιστᾷ τὴ βαθύτερη πολιτικὴ οὐσία τοῦ Παπαδιαμάντη, ποὺ ἦταν ἄνθρωπος λαϊκὸς καὶ γι᾿ αὐτὸ – κι ὄχι γιὰ χρηματισμὸ – συνέταξε τὸ πρῶτο καταστατικὸ θεσσαλικοῦ ἀγροτικοῦ συλλόγου.
Ὁ Παπαδιαμάντης ἦταν ἀρνητικὸς ἔναντι τῆς τότε πολιτικῆς, διότι ἔβλεπε νὰ διαμορφώνεται ἕνας πολιτικὸς βίος ἔξω ἀπὸ τὴν πνευματικὴ καὶ ἠθικὴ παράδοση τῆς ἐκκλησίας. Ὅπως πολὺ σωστὰ παρατήρησε ὁ Σπύρος Μελᾶς, «εἶναι ὁ μόνος ποὺ εἶδε, ὅτι ἡ θρησκεία, μὲ ἄλλα λόγια ἡ ὀρθοδοξία, ἦταν ἡ σπονδυλικὴ στήλη τοῦ ἐθνικοῦ σώματος». (Πρόλογος, στὴν ἔκδοση τῶν «Ἁπάντων» ἀπὸ τὸ Γ. Βαλέτα, τόμ. Α´, σ. 18). Ἀπόκλιση ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη πολιτικὴ παράδοση γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη σήμαινε πολιτικὸ θάνατο τοῦ Γένους. Καὶ γι᾿ αὐτὸ ἦταν σφόδρα πολέμιος ἐναντίον αὐτῶν ποὺ ἀπέστεργαν τὴν βυζαντινή μας παράδοση, ποὺ περισσότερο ἴσως κι ἀπὸ πνευματική, εἶναι παράδοση πολιτική, μέσα ἀπὸ τὴ θρησκευτική της ἔκφραση. Γράφει στὸ περίφημο διήγημα «Λαμπριάτικος Ψάλτης», ποὺ δημοσιεύθηκε στὴν Ἀκρόπολι τὸ 1893, τὰ ἀκόλουθα σαρκαστικά, γι᾿ αὐτοὺς ποὺ τὸν μυκτήριζαν γιὰ τὴν ἐμμονή του νὰ γράφει θρησκευτικὰ ἑορταστικὰ διηγήματα:
«Μὴ ῾θρησκευτικὰ πρὸς Θεοῦ!᾿. Τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος δὲν εἶναι Βυζαντινοί, ἐνοήσατε; Οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες εἶναι κατ᾿ εὐθεῖαν διάδοχοι τῶν ἀρχαίων. Ἔπειτα ἐπολιτίσθησαν, ἐπροώδευσαν καὶ αὐτοί. Συμβαδίζουν μὲ τὰ ἄλλα ἔθνη. Ποίαν ποίησιν ἔχει τὸ νὰ γράψης, ὅτι ὁ Χριστὸς ῾δέχεται τὴν λατρείαν τοῦ πτωχοῦ λαοῦ᾿, καὶ ὅτι ὁ πτωχὸς ἱερεὺς ῾προσέφερε τῷ Θεῷ θυσίαν αἰνέσεως;᾿» (Β´, 109).
Ἰδοὺ πῶς εἰκονογραφεῖ τὸ πολιτικό μας πρόβλημα ὁ Παπαδιαμάντης στὸ ἴδιο διήγημα λίγες γραμμὲς παρακάτω:
«Τὸ σημερινὸν ἔθνος δὲν ἐπῆγε, δυστυχῶς, τόσον ἐμπρός, ὅσον λέγουν αὐτοί. Τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικόν, τὸ δοῦλον τουλάχιστον, εἶναι ἀκόμη πολὺ ὀπίσω, καὶ τὸ ἐλεύθερον δὲν δύναται νὰ τρέξῃ ἀρκετὰ ἐμπρός, χωρὶς τὸ ὅλον νὰ διασπαραχθῇ ὡς διασπαράσσεται, φεῦ! Ἤδη. Ὁ τρέχων πρέπει νὰ περιμένῃ καὶ τὸν ἑπόμενον, ἐὰν θέλῃ ἀσφαλῶς νὰ τρέχῃ· ὁ ἐλεύθερος πρέπει νὰ βοηθῇ τὸν δεσμώτην ἢ πρέπει νὰ τὸν ἀνακουφίζῃ. Ὅσον παρέρχεται ὁ χρόνος, τόσον τὸ ἐλεύθερον ἔθνος καθίσταται, οἴμοι ἀνικανώτερον, ὅπως δώσῃ χεῖρα βοηθείας εἰς τὸ δοῦλον ἔθνος».
Ὁ Παπαδιαμάντης ἔχει μία ὁλικὴ σύλληψη περὶ τοῦ Γένους. Δὲν τὸ βλέπει στὰ πλαίσια τῆς ἀπελευθερωμένης νότιας Ἑλλάδος. Γι᾿ αὐτὸν Γένος εἶναι τὸ ποίμνιο τῶν Ὀρθοδόξων ποὺ ἀναγνωρίζει ὡς πνευματικὴ κεφαλὴ τὴν Βασιλεύουσα καὶ τὸ ὁποῖο ἐν πολλοῖς παραμένει ἀλύτρωτο καὶ χρειάζεται χεῖρα βοηθείας, ποὺ δὲν εἶναι μόνο οἰκονομικὴ καὶ πολιτικὴ ἐνίσχυση, ἀλλὰ πρωτίστως ἐνίσχυση πνευματική, χωρὶς ὅμως αὐτὸ νὰ σημαίνει ἀποκοπὴ ἀπὸ τὶς πάτριες ρίζες ἐν ὀνόματι κάποιου «ἐκσυγχρονισμοῦ», ποὺ καὶ τότε, ὅπως καὶ νῦν, ταλανίζει τὸ δύσμοιρο Γένος μας. Δὲν ἀμφισβητεῖ τὴν ὅποια ἐξέλιξη ὁ Παπαδιαμάντης, οὔτε ξεγράφει τὶς νεωτερίζουσες τάσεις. Ἁπλῶς ρεαλιστικώτατα πιστεύει στὴν ἀρχὴ τοῦ «κάθε πρᾶγμα στὸν καιρό του». Καὶ γράφει:
«Ἄγγλος ἢ Γερμανὸς ἢ Γάλλος δύναται νὰ εἶναι κοσμοπολίτης ἢ ἄθεος ἢ ὅ,τι δήποτε. Ἔκαμε τὸ πατριωτικὸν χρέος του, ἔκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐπαγγέλλεται χάριν πολυτελείας τὴν ἀπιστίαν καὶ τὴν ἀπαισιοδοξίαν. Ἀλλὰ Γραικύλος τῆς σήμερον, ὅστις θέλῃ νὰ κάμῃ δημοσίᾳ τὸν ἄθεον ἢ τὸν κοσμοπολίτην, ὁμοιάζει μὲ νᾶνον ἀνορθούμενον ἕως ἄκρων ὀνύχων καὶ τανυόμενον νὰ φθάση καὶ αὐτὸς γίγας. Τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, τὸ δοῦλον, ἀλλ᾿ οὐδὲ ἧττον καὶ τὸ ἐλεύθερον, ἔχει διὰ παντὸς ἀνάγκην τῆς θρησκείας του».
Ἡ θρησκεία ἦταν, γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη, ἡ πλατειὰ καὶ ἰσχυρὴ βάση πάνω στὴν ὁποία ὄφειλε τὸ Γένος νὰ στηρίξει τὴν πολιτική του. Καὶ γι᾿ αὐτὸ ὁ Παπαδιαμάντης, κάνοντας μὲ τὰ λογοτεχνήματά του, τὴ δική του πολιτική, συμπυκνώνει τὸ πολιτικὸ/λογοτεχνικό του δόγμα στὰ ἑξῆς:
«Τὸ ἐπ᾿ ἐμοί, ἐν ὅσῳ ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρονῶ, δὲν θὰ παύσω, ἰδίως κατὰ τὰς πανεκλάμπρους ταύτας ἡμέρας, νὰ ὑμνῶ μετὰ λατρείας τὸν Χριστόν μου, νὰ περιγράφω μετ᾿ ἔρωτος τὴν φύσιν καὶ νὰ ζωγραφῶ μετὰ στοργῆς τὰ γνήσια Ἑλληνικὰ ἔθη. ῾Ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου, Ἱερουσαλήμ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά μου, κολληθείῃ ἡ γλῶσσα μου τῷ λαρυγγί μου, ἐὰν οὐ μὴ σοῦ μνησθῶ᾿» (Β´, 110).
Ἔχει λεχθεῖ ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης ἀδιαφοροῦσε γιὰ τὴν τότε πολιτικὴ πραγματικότητα. Τίποτε ἀναληθέστερο ἀπὸ αὐτό. Τὴν παρακολουθοῦσε σὰν ἄγρυπνος Ἄργος καὶ ἀγωνιοῦσε γι᾿ αὐτό. Ἔγραφε στὴν Ἀκρόπολι τὴν Πρωτοχρονιὰ τοῦ 1896, χρονιὰ τῆς τελέσεως τῶν Α´ Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων, τὰ ἀκόλουθα:
«Ἠμύνθησαν περὶ πάτρης οἱ ἄστοργοι πολιτικοί, οἱ ἐκ περιτροπῆς μητρυιοὶ τοῦ ταλαιπώρου ὠρφανισμένου Γένους, τοῦ ῾στειρεύοντος πρίν, καὶ ἠτεκνωμένου δεινῶς σήμερον;᾿.
Ἄμυνα περὶ πάτρης δὲν εἶναι αἱ σπασμωδικαί, κακομελέτητοι καὶ κακοσύντακτοι ἐπιστρατεῖαι, οὐδὲ τὰ σκωριασμένης ἐπιδεικτικότητος θωρηκτά. Ἄμυνα περὶ πάτρης θὰ ἦτο ἡ εὐσυνείδητος λειτουργία τῶν θεσμῶν, ἡ ἐθνικὴ ἀγωγή, ἡ χρηστὴ διοίκησις, ἡ καταπολέμησις τοῦ ξένου ὑλισμοῦ καὶ τοῦ πιθηκισμοῦ, τοῦ διαφθείραντος τὸ φρόνημα καὶ ἐκφυλίσαντος σήμερον τὸ ἔθνος, καὶ ἡ πρόληψις τῆς χρεωκοπίας.

Τὶς ἠμύνθη περὶ πάτρης;
Καὶ τί πταίει ἡ γλαῦξ, ἡ θρηνοῦσα ἐπὶ τῶν ἐρειπίων; Πταίουν οἱ πλάσαντες τὰ ἐρείπια. Καὶ τὰ ἐρείπια τὰ ἔπλασαν οἱ ἀνίκανοι κυβερνῆται τῆς Ἑλλάδος».
Καὶ αὐτὰ τὰ λέει ὁ πολιτικώτατος Παπαδιαμάντης τὴν ὥρα ποὺ ἡ Ἑλλὰς ζοῦσε τὸ πολιτικὸ μεθύσι ποὺ προσέφεραν οἱ Ὀλυμπιακοὶ ἀγῶνες. Ἕνα χρόνο μετὰ ἦλθε ἡ ἐπονείδιστη ἧττα τοῦ 1897. Ὁ Παπαδιαμάντης, ἡ γλαῦξ ποὺ θρηνοῦσε ἐπὶ τῶν ἐρειπίων, εἶχε δικαιωθεῖ. Ἀλλὰ πόσοι ἀκοῦνε τὶς γλαῦκες τὶς τότε καὶ τῆς παρούσης ἐποχῆς; Φέτος μοῦ εἶχε ζητηθεῖ νὰ συμβάλω στὴ σύνταξη μίας πολιτικῆς προκηρύξεως. Ἀλλὰ δὲν ἔστερξα, γιατὶ δὲν ἤθελα νὰ ἐνταχθῶ κομματικὰ πουθενά. Στὴν ἐφημερίδα ὅμως ὅπου ἀρθρογραφῶ ἔγραψα ὅτι δὲν θὰ μποροῦσε σὲ μία προκήρυξη πολιτικὴ νὰ προσθέσω οὔτε τελικὸ νι στὰ ὅσα ἔγραψε σ᾿ ἕνα μελέτημά του περὶ κλήρου καὶ ἐκκλησίας τὸ 1896 ὁ Παπαδιαμάντης:
«Νὰ παύσῃ π.χ. ἡ συστηματικὴ περιφρόνησις τῆς θρησκείας ἐκ μέρους πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἐπιστημόνων, λογίων, δημοσιογράφων καὶ ἄλλων. Ἡ λεγομένη ἀνωτέρα τάξις νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὰ ἔθιμα τῆς χώρας, ἂν θέλῃ νὰ ἐγκληματισθῇ ἐδῶ. Νὰ γίνῃ προστάτις τῶν πατρίων, καὶ ὄχι διώκτρια. Νὰ ἀσπασθῇ καὶ νὰ ἐγκολπωθῇ τὰς ἐθνικᾶς παραδόσεις. Νὰ μὴ περιφρονῇ ἀναφανδὸν ὅ,τι παλαιόν, ὅ,τι ἐγχώριον, ὅ,τι ἑλληνικόν. Νὰ καταπολεμηθῇ ὁ ξενισμός, ὁ πιθηκισμός, ὁ φραγκισμός. Νὰ μὴ νοθεύονται τὰ θρησκευτικὰ καὶ τὰ οἰκογενειακὰ ἔθιμα. Νὰ καλλιεργηθῇ ἡ σεμνοπρεπὴς βυζαντινὴ παράδοσις εἰς τὴν λατρείαν, εἰς τὴν διακόσμησιν τῶν ναῶν, τὴν μουσικὴν καὶ τὴν ζωγραφικήν. Νὰ μὴ μιμώμεθα οὔτε τοὺς Παπιστὰς καὶ οὔτε τοὺς Προτεστάντας. Νὰ μὴ χάσκωμεν πρὸς τὰ ξένα. Νὰ στέργωμεν καὶ νὰ τιμῶμεν τὰ πάτρια. Εἶναι τῆς ἐσχάτης ἐθνικῆς ἀφιλοτιμίας νὰ ἔχωμεν κειμήλια καὶ νὰ μὴ φροντίζωμεν νὰ τὰ διατηρήσωμεν. Ἂς σταθμήσωσι καλῶς τὴν εὐθύνην των, οἱ ἔχοντες τὴν μεγίστην εὐθύνην».
Σφάλλουν ἀφαντάστως ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πιστεύουν ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης ἦταν ἔξω ἀπὸ τὰ προβλήματα τοῦ καιροῦ του καὶ τοῦ καιροῦ μας. Μὲ τὴν «Φόνισσα» θίγει καιρίως τὸ μέγα κοινωνικὸ πρόβλημα τῆς προῖκας, μὲ τὸ «Ὑπὸ τὴν βασιλικὴν δρῦν», τὸ πρῶτο οἰκολογικὸ διήγημα τῆς λογοτεχνίας μας, θίγει τὸ πρόβλημα τῆς καταστροφῆς τοῦ περιβάλλοντος καὶ δι᾿ αὐτῆς καὶ τοῦ ἀνθρώπου, μὲ τὸ ἀσυλλήπτου δραματικότητος ἀφήγημα «Ὁ πολιτισμὸς εἰς τὸ χωρίον» θίγει τὶς φοβερὲς πληγὲς τῆς χαρτοπαιξίας καὶ τῆς τοκογλυφίας, τὴν ὁποία, ὡς πολιτικὴ λέπρα στιγματίζει καὶ στὸ «Ῥεμβασμὸς τοῦ Δεκαπενταυγούστου», ἐνῷ στὸ πολὺ καυστικὸ «Ἡ ἐπίσκεψις τοῦ Δεσπότη», δὲν διστάζει αὐτὸς ὁ θεοσεβὴς νὰ γίνει μαστιγωτὴς τῆς ὑποκριτικῆς καὶ ἄπληστης συμπεριφορᾶς τοῦ ἀνώτερου κλήρου, ἢ τῆς σιμωνίας τὴν ὁποία φραγγελώνει ἀλύπητα στὸ ἀφήγημα «Ὁ ἀνάκατος», ὅπου εὐτόλμως ἐντὸς παρενθέσεως γράφει: «Ἐπειδὴ τότε ἀκόμα δὲν εἶχε ἀκριβήνει, πρὸς τοὺς ἄλλους καὶ ἡ σιμωνία, καὶ δὲν εἶχαν διορίσει οἱ ῾῾δεσποτάδες᾿᾿, ἀνὰ τὸ θεόσωστον βασίλειον, πρωτοσυγκέλλους ἐργολάβους, οἵτινες ν᾿ ἀπαιτοῦν ἑκατοστάρικα εἰς πᾶσαν τοιαύτην περίπτωσιν» (Ε´, σ. 122). Οὔτε νομίζω ὅτι ὑπάρχει κανεὶς στὴ λογοτεχνία της τότε ἐποχῆς ποὺ νὰ ἐστιγμάτισε τὸν ἀντιεβραϊσμὸ μὲ τόσο ἄρτιο λογοτεχνικὸ τρόπο ὅσο τὸ ἔπραξε ὁ Παπαδιαμάντης μὲ τὸ τελευταῖο ἴσως διήγημα τῆς ζωῆς του, «Ὁ ἀντίχτυπος τοῦ νοῦ», ποὺ τελειώνει μὲ τὴν καταπληκτικὴ καταπελτικὴ φράση: «Μήπως οἱ Ἑβραῖοι δὲν εἶναι ἄνθρωποι; Ἰδοὺ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς κλαίει». Ἴσως αὐτὴ νὰ εἶναι ἡ τελευταία της ζωῆς τοῦ Παπαδιαμάντη γραμμή.
Ὁ Παπαδιαμάντης ἐπέλεξε συνειδητὴ τὴν ἐνασχόληση μὲ τὴ δημοσιογραφία, γιατί ἤθελε νὰ εἶναι κοντὰ στὴ φλεγμαίνουσα ζώνη τῆς πολιτικῆς λειτουργίας. Ἦταν μέσα στὴν ψυχὴ τῆς πολιτικῆς, ὅπως ἦταν καὶ μέσα στὴν οὐσία τῆς ζωῆς, ἀλλὰ δὲν τὸν ἐνδιέφερε ἡ προβολή. Δὲν τὸν ἐνδιέφερε ἀκόμη ἡ πολιτικὴ τῶν λόγων, ἡ πολιτικὴ τοῦ θεάματος. Ἀπεχθανόταν τὸν λογοκοπικὸ δημαγωγισμό. Γράφει σ᾿ ἕνα μικρὸ ἀφήγημα τοῦ 1907, τὸ «Ἐπιμηθεὶς εἰς τὸν βράχον» τὰ ἀκόλουθα σωστὰ γιὰ τὶς προτιμήσεις τοῦ λαοῦ: «Θέλει δυστυχῶς λόγο, καὶ πολλοὺς λόγους μάλιστα… θέλει κάτι ὡσὰν θέαμα, καὶ τὰ θέλει ὅλα λογοκοπικὰ καὶ θεατρικά. Καὶ δι᾿ αὐτὸ ὅσοι βγάζουν λόγους πεντάρικους ἢ δεκάρικους εὐδοκιμοῦν εἰς τὸ πλῆθος· καὶ δι᾿ αὐτό… τὸ προκόψαμε» (Α, 467). Καὶ ἂς μοῦ πεῖ ὁποιοσδήποτε «προοδευτικὸς» ποιὸς εἶναι ὁ πρῶτος συγγραφέας μας ποὺ ἔθιξε τὸ πρόβλημα τῶν ναρκωτικῶν, ἂν αὐτὸς δὲν εἶναι ὁ Παπαδιαμάντης μὲ τὸ ἀληθινὰ συγκλονιστικὸ ἀφήγημα «Κοινωνικὴ ἁρμονία», ποῦ δημοσιεύτηκε τὸ 1906; Ποιὸς ἔθιξε πρῶτος τὴν κοινωνικὴ διάσταση τῆς πορνείας, ἂν ὄχι ὁ Παπαδιαμάντης μὲ τὸ τολμηρότατο γιὰ τὴν ἐποχή του «Τὸ Ἰδιόκτητο»; Ἀλλὰ καὶ πάλι ἐρωτῶ πάντα ἐχέφρονα πολίτη, ποιὸς εἶναι ὁ πρῶτος λογοτέχνης μας, ποὺ ἐστιγμάτισε τὸν διχασμὸ ποὺ συνεπάγεται ὁ κομματισμός, ἂν αὐτὸς δὲν εἶναι ὁ Παπαδιαμάντης, μὲ τὸ ἀνεπανάληπτο διήγημα «Τὰ δύο τέρατα», ποὺ γράφτηκε τὸ 1909; Ἀρκεῖ μόνο μία περικοπὴ ἀπὸ αὐτό: «Ὅλα τὰ ἐκλογικὰ ἀκάθαρτα δαιμόνια εἶχον ἐξαπολυθῆ εἰς τὸν δρόμον τὴν χρονιὰν ἐκείνην. Ἡ πλουτοκρατία εἶχε συμμαχήσει μὲ τὴν ὀχλοκρατίαν· τὸ τέρας τὸ κίτρινον εἶχε καλέσει εἰς βοήθειαν τὸ ἄλλο τέρας τὸ κόκκινον» (Ε´, 60). Ἕνας ἄλλος παπᾶς γιὰ νὰ μὴ ἐκτεθῇ ἐμφανῶς εἶχε ἁπλώσει στὸ μπαλκόνι του ὅλα τὰ κόκκινα κιλίμιά του, τάχα γιὰ νὰ ἀερισθοῦν!
Κάποιοι ἐπικριτὲς τοῦ Παπαδιαμάντη ἔχουν παρατηρήσει ὅτι ὁ Σκιαθίτης πεζογράφος, κι ὅταν ἀκόμη ἀσχολεῖται μὲ τὴν πολιτική, εἶναι πάντα ἐπικριτικός, γιατὶ δὲν πιστεύει στὴν πολιτικὴ καὶ δὲν ἔχει ὅραμα πολιτικό. Ὅμως κι αὐτὴ ἡ παρατήρηση εἶναι λάθος φρικτό, ποὺ ἀδικεῖ τὸν Παπαδιαμάντη. Ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε καμμία δυσκολία νὰ τιμήσει τὴ μνήμη τοῦ Χαριλάου Τρικούπη δύο φορές, δίνοντας μάλιστα τὸ καλύτερο κατ᾿ ἐμὲ πολιτικὸ πορτραῖτο τοῦ Μεσολογγίτη πολιτικοῦ. Εἶναι τόσο σπαρταριστὴ ἡ περιγραφὴ ποὺ μόνο ἕνας ἄνθρωπος ποὺ εἶχε ζήσει τὸν Τρικούπη ἀπὸ πολὺ κοντὰ καὶ μετεῖχε τοῦ ἰδίου πολιτικοῦ ὁραματισμοῦ θὰ μποροῦσε νὰ τὸν ἀποδώσει τόσο πιστά.
* * * * *
Γεννιέται ὅμως ἕνα ἐρώτημα ποὺ τὸ θεωρῶ θεμελιακὸ γιὰ τὴν προσέγγιση τοῦ ἰδεολογικοῦ χώρου τοῦ Παπαδιαμάντη. Ἀσφαλῶς ὁ Σκιαθίτης συγγραφέας ἦταν σφοδρὸς πολέμιος τῆς μικροπολιτικῆς· εἶχε ὅμως ὅραμα μεγάλης πολιτικῆς; Στὸ βιβλίο μου Ξαναδιαβάζοντας τὴ «Φόνισσα», ποὺ κυκλοφορήθηκε τὸ 1987, προσπάθησα ἀπὸ πολλὲς γωνίες λήψεως νὰ φωτογραφήσω τὸ πολιτικὸ ὅραμα τοῦ Παπαδιαμάντη, ποὺ ἦταν βεβαίως τὸ ὅραμα ἑνὸς μεγάλου ἔθνους, ἀλλὰ πραγματωμένου μὲ ἄλλες μεθόδους καὶ ἄλλη ἰδεολογία ἀπὸ αὐτὴ ποὺ ἐπίσημα ἐξέφραζε ἡ πολιτικὴ τῆς Ἀθήνας. Ἡ πολιτικὴ τῆς Μεγάλης Ἰδέας ἐκφραζόταν τότε καὶ μετὰ μὲ τὴν πρακτικὴ ἀποσπάσεως ἐδαφῶν ἀπὸ τὴν ὀθωμανικὴ αὐτοκρατορία. Γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη, μέσα στὸν ὁποῖο ὑπερίσχυε ἡ πολιτικὴ παράδοση τοῦ Βυζαντίου, ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ ἔπρεπε νὰ εἶναι ὄχι πολιτικὴ ἀποσπάσεως ἀλλὰ κληρονομιᾶς. Οἱ Ἕλληνες, συνετὰ πολιτευόμενοι, θὰ ἦσαν οἱ φυσικοὶ κληρονόμοι τῆς καταρρέουσας ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας. Ὁ Παπαδιαμάντης, βαθύτατα χριστιανὸς καὶ ὡς πρὸς τὴν ἰδιοσυστασία του Ῥωμιός, ἔβλεπε τὸ ἐθνικὸ πρόβλημα μὲ μία εὐρύτερη προοπτική, ποὺ περιεῖχε ὅλους τους Χριστιανοὺς τῆς Βαλκανικῆς καὶ τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ Ρωμιοσύνη του δὲν προσέκρουε στὴν Ἑλληνοσύνη του. Οἱ Ἕλληνες ἔπρεπε νὰ εἶναι ἡ μικρὰ ζύμη ποὺ θὰ ζυμοῦσε ὅλο τὸ φύραμα τῶν λαῶν καὶ θὰ τοὺς ἔδινε ἕνα ὅραμα πολιτικό. Ὁ Παπαδιαμάντης, κι ἂν δὲν ἦταν πολιτικός, ἔβλεπε ὡστόσο ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς μποροῦσε νὰ ἐκταθεῖ ἕως ἐκεῖ ποὺ ὑπῆρχε συμπαγὴς ἐθνολογικὴ βάση. Ἀντίθετα, ἡ ἰδέα τῆς Ρωμιοσύνης, ἐμπεριέχοντας καὶ τὴν ἑλληνοσύνη, εἶχε μία διάσταση εὐρύτερη, σχεδὸν οἰκουμενική. Δυστυχῶς, ὁ Δυτικισμὸς δὲν μᾶς ἐπέτρεψε νὰ διαμορφώσουμε μία ἀνατολικὴ πολιτικὴ – ἔστω κι ἂν στόχος μας πολιτικὸς ἦταν ἡ Ἀνατολή. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Παπαδιαμάντης ἀποστρεφόταν τὴν τρέχουσα πολιτικὴ καὶ τὶς τότε ὑπὸ τὴν ἐπήρεια τῆς Δύσης διαμορφούμενες κοινωνικὲς καὶ πολιτικὲς ἀξίες. Ἔβλεπε τοὺς ὁμοεθνεῖς του νὰ ἀγωνίζονται νὰ γίνουν μικροί, ἐνῷ ἡ ἱστορική τους ἀποστολὴ ἦταν νὰ γίνουν μεγάλοι. Βεβαίως 16 μῆνες μετὰ τὸ θάνατό του ἡ Ἑλλὰς εἶχε διπλασιασθεῖ ἐδαφικὰ καὶ δέκα χρόνια μετὰ τὸ θάνατό του εἶχε τριπλασιασθεῖ. Ἡ αὔξηση ὅμως αὐτὴ ἦταν στρατιωτικὴ κι ὄχι πολιτική, ὅπως θὰ ἤθελε ὁ Παπαδιαμάντης. Γι᾿ αὐτὸ ἡ Μεγάλη Ἰδέα πνίγηκε στὶς ὄχθες τοῦ Σαγγάριου καὶ στὶς ἀκτὲς τῆς Ἰωνίας. Ὁ Παπαδιαμάντης, ὅπως ἀργότερα ὁ Ἴων Δραγούμης, ἔβλεπε τὸ ζήτημα διαφορετικά. Μία ἄλλη χριστιανικὴ αὐτοκρατορία θὰ διαδεχόταν τὴ μουσουλμανικὴ καὶ θὰ ἔδινε νέα πνοὴ στοὺς ὑποταγμένους λαούς, μηδὲ τῶν Σλάβων, τῶν Ἀλβανῶν καὶ τῶν Μουσουλμάνων ἑξαιρουμένων. Δὲν φοβόταν τὴν Ἀνατολὴ ὁ Παπαδιαμάντης, οὔτε τὸ Βορρᾶ, φοβόταν τὴ Δύση γιὰ τὶς μικρὲς ἀξίες ποὺ προωθοῦσε στὸ χῶρο μας, ἀξίες ποὺ ἔκαναν τὸν Ἕλληνα ἀπὸ λαϊκὸ ἄρχοντα καὶ λαϊκὸ νοικοκύρη νὰ γίνεται μικρόψυχος καὶ χρηματόφιλος ἀστός. Ἕνα κλάσμα ἀνθρώπου.
Σὲ ἕνα μικρὸ – σχεδὸν ἐλάχιστο – ἀφήγημα ποὺ ἔγραψε τὸ 1907, ὑπὸ τὸν περίεργο τίτλο «Ἡ κάλτσα τῆς Νώενας», ὑπάρχει σὰν καταληκτικὴ ἡ καταπληκτικὴ ἐρωτηματικὴ φράση:
- «Ἕως πότε θὰ εἴμεθα ἀχαρακτήριστοι Γραικύλοι;»
Ἰδού, λοιπόν, τὸ πολιτικό μας πρόβλημα, ὅπως τὸ ἔθεσε τότε καὶ γιὰ τώρα ὁ Παπαδιαμάντης· γιατὶ τὸ ἐρώτημα τοῦτο παραμένει καὶ τώρα ἐπίκαιρο.

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης – Ἔργα



Μυθιστορήματα
Ἡ Μετανάστις (1880)
Οἱ Ἔμποροι τῶν Ἐθνῶν (1883)
Ἡ Γυφτοπούλα (1884)
Χρῆστος Μηλιόνης
Ἡ Φόνισσα
Ποιήματα
Στὴν Παναγίτσα στὸ Πυργί
Στὴν Παναγία τὴν Κουνίστρα
Στὴν Παναγία τοῦ Ντομᾶν
Στὴν Παναγία τὴν Κεχριά
Πρὸς τὴν μητέρα μου (1880)
Δέησις (1881)
Ἔκπτωτος ψυχή (1881)
Ἡ κοιμωμένη βασιλοπούλα (1891)
Τὸ ὡραῖον φάσμα (1895)
Εἰς τοὺς ἀδελφοὺς Γιαννάκην καὶ Κώστα Γ. Ραφτάκη (1902)
Νύχτα βασάνου (1903)
Τὸ μοιρολόγι τῆς φώκιας (1908)
Ἐπῳδὴ παπᾶ στὴ χολέρα (1879)
Ἐπῳδὴ γιατροῦ στὴ χολέρα (1879)
Τὸ τραγούδι τῆς Κατίνας (1892)
Εἰς ἱππεύουσαν Παναγυριώτισσαν (1907)
Ἔρωτες στὰ κοπριά (1907)
Διηγήματα
Τὸ Χριστόψωμο (1887)
Ἀγάπη στὸν κρεμνὸ
Ἅγια καὶ πεθαμένα (1896)
Ἄνθος τοῦ γιαλοῦ
Ἄψαλτος
Γούτου Γουπάτου
Γυναῖκες τῆς προσμονῆς καὶ τοῦ καημοῦ
Ἐξοχικὴ Λαμπρή
Ἐπιμηθεῖς εἰς τὸν βράχον (1907)
Ἔρως – Ἥρως (1896)
Ζάνος Χαρίσης
Ἡ ἀποσώστρα (γραμμένο στὴ δημοτική)
Ἡ βλαχοπούλα (1893)
Ἡ Μαυρομαντηλοῦ (1891)
Ἡ Νοσταλγός
Ἡ Ντελησυφέρω
Ἡ Σταχτομαζώχτρα
Ἡ τύχη ἀπ᾿ τὴν Ἀμέρικα (1901)
Ἡ Φαρμακολύτρια
Ἡ Χολεριασμένη
Ὁ γάμος τοῦ Καραχμέτη (1909)
Τ᾿ ἀερικὸ στὸ δέντρο (1907)
Τὸ καμίνι (1907)
Θαλασσινὰ εἰδύλλια
Ὁ Ἀλιβάνιστος
Ὁ Ἀμερικάνος (1891)
Ὁ Βαρδιανὸς στὰ Σπόρκα
Ὁ Ἔρωτας στὰ χιόνια
Ὁ νεκρὸς ταξιδιώτης (1910)
Ὁ πανδρολόγος (1902)
Στὸ Χριστὸ στὸ κάστρο
Οἱ λίρες τοῦ Ζάχου
Οἱ μάγισσες (1900)
Ὁλόγυρα στὴ λίμνη (1892)
Ὄνειρο στὸ κῦμα (1900)
Πατέρας στὸ σπίτι
Ρεμβασμὸς τοῦ Δεκαπενταύγουστου
Στὴν Ἁγι-Ἀναστασιά
Στὸ Χριστό, στὸ κάστρο (1892)
Στρίγγλα Μάνα
Τ᾿ ἀγνάντεμα (1899)
Τ᾿ ἀστεράκι (1908)
Τὰ δυὸ τέρατα (1909)
Τὰ μαῦρα κούτσουρα
Τὰ ρόδινα ἀκρογιάλια
Τὰ Χριστούγεννα τοῦ Τεμπέλη
Τὸ ἐνιαύσιον θῦμα (1899)
Τὸ Λάβαρον
Τὸ μοιρολόγι τῆς φώκιας (1908)
Τρελλὴ βραδυά (1901)
Ὑπηρέτρα (1888)
Ὑπὸ τὴν βασιλικὴν δρῦν (1901)
Φτωχὸς Ἅγιος (1891)
Χρυσὸς καὶ χρυσομηλιγγᾶτος
Χωρὶς στεφάνι (1896)
καὶ ἄλλα 130 διηγήματα…
Συλλογές
Μάγισσες
Νοσταλγός (12 διηγήματα)
Πεντάρφανος
Ἅπαντα 1
Ἅπαντα 2
Ἅπαντα 3
Ἅπαντα 4
Ἅπαντα 5
Ἀθηναϊκὰ διηγήματα
Διηγήματα τῆς Ἀγάπης
Πασχαλινὰ διηγήματα
Διηγήματα γιὰ παιδιὰ καὶ νέους
Ἐπιλογή Ι
Ἐπιλογή ΙΙ
Ἐπιλογή ΙΙΙ – Κοινωνικὰ διηγήματα
Θαλασσινὰ Εἰδύλλια
Ὁλόγυρα στὴ λίμνη (1892)
Ἔρως – Ἥρως (1896)
Ὄνειρο στὸ κῦμα (1900)
Ὑπὸ τὴν βασιλικὴν δρῦν (1901)
Ναυαγίων ναυάγια
καὶ ἄλλα διηγήματα
Οἱ Χαλασοχώρηδες
καὶ ἄλλα διηγήματα
Σκιαθίτικα διηγήματα
Ἡ Μαυρομαντηλοῦ (1891)
Φτωχὸς Ἅγιος (1891)
Ἅγια καὶ πεθαμένα (1896)
Τ᾿ ἀγνάντεμμα (1899)
Τὸ ἐνιαύσιον θῦμα (1899)
Οἱ μάγισσες (1900)
Τρελλὴ βραδυά (1901)
Ἡ τύχη ἀπ᾿ τὴν Ἀμέρικα (1901)
Ὁ πανδρολόγος (1902)
Τὸ μοιρολόγι τῆς φώκιας (1908)
Τ᾿ ἀστεράκι (1908)
Τὰ δυὸ τέρατα (1909)
Χριστουγεννιάτικα διηγήματα
Ὑπηρέτρα (1888)
Ὁ Ἀμερικάνος (1891)
Στὸ Χριστό, στὸ κάστρο (1892)
Ἡ βλαχοπούλα (1893)
Αὐτὸς ἦταν ὁ Παπαδιαμάντης. Ἕνας μεγάλος συγγραφέας καὶ μεγάλος πνευματικὸς ἄνθρωπος, ποὺ ἔζησε μία ζωὴ στὰ πλαίσια τῆς ἁγιοσύνης, ἔχοντας γιὰ συντροφιὰ τὴν ἀπέραντη ἀγάπη του γιὰ τοὺς φτωχοὺς ἀνθρώπους τοῦ νησιοῦ του καὶ τῆς πόλης, τὸν ἄσβεστο ἔρωτά του πρὸς τὴ φύση, καὶ τὴ θρησκευτικὴ λατρεία του πρὸς τὶς παραδόσεις, τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα τῆς πατρίδας μας.
Από διάφορες πηγές και το  http://users.uoa.gr/~nektar/

Ένα μεγάλο ευχαριστώ στο  ypotheto  για την δουλειά του.

ΔEN ΞEXNΩ!!! … Του Βαγορή !

den_ksexnwΣυγκλονισμένος από τον απαγχονισμό του Ευαγόρα Παλληκαρίδη την 14η Μαρτίου 1957, ο Φώτης Βαρέλης, ποιητής και φιλόλογος από την Ρόδο, έγραψε το 1957 το παραπάνω ποίημα για τον έφηβο Ήρωα.
Μέσα στην ταπεινότητά του άφησε το ποίημα να γίνει θρύλος, χωρίς το όνομά του. Αποδόθηκε πολλές φορές σε άγνωστο ποιητή και άλλες αναφέρθηκε ως δημοτικό της εποχής. Προκαλεί, όσο κανένα άλλο ποίημα, περίσσια συγκίνηση σε κάθε αγνή ελληνική ψυχή για τη θυσία του έφηβου Ήρωα…

 Του Βαγορή3dflags-cyp1-3
Εψές πουρνό μεσάνυχτα στης φυλακής τη μάντρα
μες στης κρεμάλας τη θηλιά σπαρτάραγε ο Βαγόρας.
Σπαρτάρησε, ξεψύχησε, δεν τ’ άκουσε κανένας.
Η μάνα του ήταν μακριά, ο κύρης του δεμένος,
οι νιοι συμμαθητάδες του μαύρ᾿ όνειρο δεν είδαν,
η νια που τον ορμήνευε δεν άκ᾿σε νυχτοπούλι.
Εψές πουρνό μεσάνυχτα θάψαν τον Ευαγόρα.
Σήμερα Σάββατο ταχιά όλη η ζωή σαν πρώτα.
Ετούτος πάει στο μαγαζί, εκείνος πάει στον κάμπο,
ψηλώνει ο χτίστης εκκλησιά, πανί απλώνει ο ναύτης,
και στο σκολειόν ο μαθητής συλλογισμένος πάει,
χτυπά κουδούνι, μπαίνουνε στην τάξη του ο καθένας.
evagoras
Μπαίνει κι η πρώτη η άταχτη, κι η τρίτη που διαβάζει,
μπαίνει κι η πέμπτη αμίλητη, η τάξη του Ευαγόρα.
-Παρόντες όλοι; -Κύριε, ο Ευαγόρας λείπει.
-Παρόντες! λέει ο δάσκαλος και με φωνή που τρέμει:
-Σήκω Ευαγόρα να μας πεις Ελληνική Ιστορία!
Ο δίπλα, ο πίσω, ο μπροστά, βουβοί και δακρυσμένοι,
αναρωτιούνται στην αρχή, ώσπου η σιωπή τους κάμνει
να πέσουν σ’ αναφιλητά, ετούτοι κι όλη η τάξη.
-Παλληκαρίδη, άριστα! Βαγόρα, πάντα πρώτος!
Στους πρώτους πρώτος, Άγγελε πατρίδας δοξασμένης.
Συ μέχρι χτες της μάνας σου ελπίδα κι αποκούμπι,
και του σχολειού μας σήμερα Δευτέρα Παρουσία!
Τα ‘πε κι απλώθηκε σιωπή πα’ στα κλαμένα νιάτα,
που μπρούμυτα γεμίζανε της τάξης τα θρανία,
έξω από κείνο τ’ αδειανό, παντοτινά γεμάτο!…….



(Το παρόν έχει αναδημοσιευτεί από το μέλος που κοσμεί τη σελίδα μας Θανάση Διάκο)
Σχόλιο του ιδίου: Συγκλονισμένος από τον απαγχονισμό του Ευαγόρα Παλληκαρίδη την 14η Μαρτίου 1957, ο Φώτης Βαρέλης, ποιητής και φιλόλογος από την Ρόδο, έγραψε το 1957 το παραπάνω ποίημα για τον έφηβο Ήρωα.
Μέσα στην ταπεινότητά του άφησε το ποίημα να γίνει θρύλος, χωρίς το όνομά του. Αποδόθηκε πολλές φορές σε άγνωστο ποιητή και άλλες αναφέρθηκε ως δημοτικό της εποχής. Προκαλεί, όσο κανένα άλλο ποίημα, περίσσια συγκίνηση σε κάθε αγνή ελληνική ψυχή για τη θυσία του έφηβου Ήρωα…

ΔEN ΞEXNΩ!!!

ΔEN ΞEXNΩ!!! … Του Βαγορή !

den_ksexnwΣυγκλονισμένος από τον απαγχονισμό του Ευαγόρα Παλληκαρίδη την 14η Μαρτίου 1957, ο Φώτης Βαρέλης, ποιητής και φιλόλογος από την Ρόδο, έγραψε το 1957 το παραπάνω ποίημα για τον έφηβο Ήρωα.
Μέσα στην ταπεινότητά του άφησε το ποίημα να γίνει θρύλος, χωρίς το όνομά του. Αποδόθηκε πολλές φορές σε άγνωστο ποιητή και άλλες αναφέρθηκε ως δημοτικό της εποχής. Προκαλεί, όσο κανένα άλλο ποίημα, περίσσια συγκίνηση σε κάθε αγνή ελληνική ψυχή για τη θυσία του έφηβου Ήρωα…

 Του Βαγορή3dflags-cyp1-3
Εψές πουρνό μεσάνυχτα στης φυλακής τη μάντρα
μες στης κρεμάλας τη θηλιά σπαρτάραγε ο Βαγόρας.
Σπαρτάρησε, ξεψύχησε, δεν τ’ άκουσε κανένας.
Η μάνα του ήταν μακριά, ο κύρης του δεμένος,
οι νιοι συμμαθητάδες του μαύρ᾿ όνειρο δεν είδαν,
η νια που τον ορμήνευε δεν άκ᾿σε νυχτοπούλι.
Εψές πουρνό μεσάνυχτα θάψαν τον Ευαγόρα.
Σήμερα Σάββατο ταχιά όλη η ζωή σαν πρώτα.
Ετούτος πάει στο μαγαζί, εκείνος πάει στον κάμπο,
ψηλώνει ο χτίστης εκκλησιά, πανί απλώνει ο ναύτης,
και στο σκολειόν ο μαθητής συλλογισμένος πάει,
χτυπά κουδούνι, μπαίνουνε στην τάξη του ο καθένας.
evagoras
Μπαίνει κι η πρώτη η άταχτη, κι η τρίτη που διαβάζει,
μπαίνει κι η πέμπτη αμίλητη, η τάξη του Ευαγόρα.
-Παρόντες όλοι; -Κύριε, ο Ευαγόρας λείπει.
-Παρόντες! λέει ο δάσκαλος και με φωνή που τρέμει:
-Σήκω Ευαγόρα να μας πεις Ελληνική Ιστορία!
Ο δίπλα, ο πίσω, ο μπροστά, βουβοί και δακρυσμένοι,
αναρωτιούνται στην αρχή, ώσπου η σιωπή τους κάμνει
να πέσουν σ’ αναφιλητά, ετούτοι κι όλη η τάξη.
-Παλληκαρίδη, άριστα! Βαγόρα, πάντα πρώτος!
Στους πρώτους πρώτος, Άγγελε πατρίδας δοξασμένης.
Συ μέχρι χτες της μάνας σου ελπίδα κι αποκούμπι,
και του σχολειού μας σήμερα Δευτέρα Παρουσία!
Τα ‘πε κι απλώθηκε σιωπή πα’ στα κλαμένα νιάτα,
που μπρούμυτα γεμίζανε της τάξης τα θρανία,
έξω από κείνο τ’ αδειανό, παντοτινά γεμάτο!…….



(Το παρόν έχει αναδημοσιευτεί από το μέλος που κοσμεί τη σελίδα μας Θανάση Διάκο)
Σχόλιο του ιδίου: Συγκλονισμένος από τον απαγχονισμό του Ευαγόρα Παλληκαρίδη την 14η Μαρτίου 1957, ο Φώτης Βαρέλης, ποιητής και φιλόλογος από την Ρόδο, έγραψε το 1957 το παραπάνω ποίημα για τον έφηβο Ήρωα.
Μέσα στην ταπεινότητά του άφησε το ποίημα να γίνει θρύλος, χωρίς το όνομά του. Αποδόθηκε πολλές φορές σε άγνωστο ποιητή και άλλες αναφέρθηκε ως δημοτικό της εποχής. Προκαλεί, όσο κανένα άλλο ποίημα, περίσσια συγκίνηση σε κάθε αγνή ελληνική ψυχή για τη θυσία του έφηβου Ήρωα…

ΔEN ΞEXNΩ!!!

>Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ

>

 

1

Η εφημερίδα ήταν ως συνήθως γεμάτη με κακές ειδήσεις. Παρά την εξονυχιστική ανάγνωση των πυκνογραμμένων παραγράφων της δεν ανακάλυψε ούτε μια νότα αισιοδοξίας, ένα μικρό αρθράκι έστω που να περιγράφει την επιτυχή αντιμετώπιση κάποιου υπάρχοντος προβλήματος. Ακόμα και η πρόγνωση του καιρού προειδοποιούσε για επερχόμενες καταιγίδες και πτώση της θερμοκρασίας. Ο πρωτοσέλιδος τίτλος διαλαλούσε, με ογκώδη και χτυπητά γράμματα από κατάμαυρο μελάνι, την επικείμενη κατάρρευση της οικονομίας και συνοδευόταν από μια πληθώρα επί μέρους άρθρων που προοιώνιζαν την επιβολή σκληρών φορολογικών μέτρων που θα συρρίκνωναν ακόμα περισσότερο το ήδη εξανεμισμένο εισόδημα του μέσου πολίτη της χώρας. Οι υπόλοιπες σελίδες της καταλαμβάνονταν από γραφικές περιγραφές φυσικών καταστροφών που είχαν χτυπήσει σε διάφορες γωνιές του κόσμου και από επιγραμματικές αναφορές για πολύνεκρα τροχαία ατυχήματα, τρομοκρατικές επιθέσεις και φρικιαστικές ανθρωποκτονίες. Το κλίμα άλλαζε βέβαια στο τμήμα των αθλητικών ειδήσεων: Εκεί πέρα, κραυγαλέοι τίτλοι με πολλά θαυμαστικά ανακοίνωναν τις επιτυχίες κάποιας ομάδας ποδοσφαίρου, ανάμεσα σε ροζ αγγελίες και αδιάφορες πληροφορίες σχετικά με τις κοσμικές δραστηριότητες κάποιων «επώνυμων» προσώπων.

Όπως και κάθε απόβραδο, τηρώντας ευλαβικά την αγαπημένη του συνήθεια, ο Γιάννης διάβασε απ’ την αρχή μέχρι το τέλος την ……

 

πολυσέλιδη εφημερίδα καθισμένος στην αναπαυτική του πολυθρόνα, συντροφιά με μια κούπα αχνιστής σοκολάτας που μύριζε υπέροχα και τον τύλιγε μ’ έναν αόρατο μανδύα ευωδιαστής απόλαυσης. Το απαλό φως του λαμπατέρ που έπεφτε στην εφημερίδα, ύφαινε ένα αχνό φωτοστέφανο γύρω απ’ το σκυμμένο του κεφάλι και βύθιζε το καθιστικό σ’ ένα διάχυτο μωσαϊκό πολυγωνικών φωτοσκιάσεων. Το συνεχές βουητό των αυτοκινήτων που ερχόταν απ’ έξω, απ’ τη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα που έβγαζε σε μια μικρή και ανθοστόλιστη βεράντα, έμοιαζε με τον ακατάπαυστο αχό ενός μακρινού ωκεανού. Βέβαια, ύστερα από την ανάγνωση της εφημερίδας, πολύ εύκολα θα μπορούσε να το παρομοιάσει κανείς με την κουρασμένη ανασαιμιά ενός άρρωστου κόσμου που είχε πάρει την κάτω βόλτα και όδευε ολοταχώς προς ένα αναπόφευκτο και μάλλον δραματικό τέλος.

Έχοντας απορροφηθεί απ’ την ανάγνωση ενός αρκετά καλογραμμένου άρθρου που ανέλυε διεξοδικά τους λόγους για τους οποίους τα πρόσθετα φορολογικά μέτρα που σχεδίαζε η κυβέρνηση δεν θα ασκούσαν καμία θετική επιρροή στην πολυπόθητη αναθέρμανση της οικονομίας, άργησε να προσέξει την παράξενη αλλαγή που είχε αρχίσει να συμβαίνει γύρω του. Κάποια στιγμή ωστόσο, χωρίς να το θέλει, ένιωσε τις μικρές τριχούλες που φύτρωναν στο σβέρκο του ν’ ανασηκώνονται μια-μια και την καρδιά του να χτυπάει γρηγορότερα. Ένα κύμα παγερής ανησυχίας κύλησε στις φλέβες του σαν ψυχρός υδράργυρος. Αναδεύτηκε ανήσυχος, ακούμπησε την εφημερίδα στα γόνατά του και κοίταξε ολόγυρα του παραξενεμένος αλλά το οικείο καθιστικό με τ’ αναπαυτικά έπιπλα, την ογκώδη τηλεόραση, το στερεοφωνικό και το dvd-player έμοιαζε ίδιο και απαράλλακτο, ασφαλές, ευρύχωρο και φωτισμένο διακριτικά απ’ το γλυκό φως του λαμπατέρ. Κι όμως η αλλόκοτη αίσθηση ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, ότι κάτι είχε αλλάξει συνέχισε να τον βασανίζει και μάλιστα με αυξανόμενη ένταση. Αλλά δεν κατάφερνε να καταλάβει τι ήταν ακριβώς αυτό. Κάποια στιγμή όμως, το βλέμμα του εστιάστηκε στη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα με τις λευκές κουρτίνες που ανέμιζαν απαλά, και τότε ένιωσε την αναπνοή του να σκαλώνει και την καρδιά του να χάνει ένα χτύπο, ακινητοποιημένη από ένα μικρό σπασμό παραλυτικής κατάπληξης.

Η σιωπή. Αυτό ήταν. Το βουητό των αυτοκινήτων που διέσχιζαν τη λεωφόρο κάτω απ’ τη βεράντα είχε σταματήσει. Τα κορναρίσματα και ο θόρυβος των κινητήρων τους, τα μαρσαρίσματα των δικύκλων, ακόμα και το ενοχλητικό ντάπα-ντούπα απ’ τα ηχεία των ηλιθίων που οδηγούσαν ακούγοντας μουσική στη διαπασών για να κάνουν φιγούρα, είχαν εξαφανιστεί τελείως. Είχαν δώσει τη θέση τους σε μια αλλόκοτη σιγαλιά που κρεμόταν γύρω του σαν υγρή κουβέρτα… Θα’ λεγε κανείς πως ολόκληρος ο φασαριόζικος έξω κόσμος είχε εξαφανιστεί από τη μια στιγμή στην άλλη, έτσι απλά, σαν την εικόνα μιας τηλεόρασης που κάποιος τη βγάζει απ’ τη πρίζα.

Εκείνη τη στιγμή φοβήθηκε. Κυριεύτηκε από ένα συναίσθημα που ήταν πανάρχαιο και ενστικτώδες, μια αρχέγονη αντίδραση απέναντι σ’ εκείνη τη δυσοίωνη και εντελώς αφύσικη απουσία κάθε θορύβου. Τα γόνατά του άρχισαν να τρέμουν. Το τρίξιμο της εφημερίδας που απλωνόταν πάνω τους ακούστηκε εκκωφαντικό μέσα στην παράξενη εκείνη ησυχία, σαν το προειδοποιητικό κροτάλισμα ενός θυμωμένου ερπετού της ερήμου.

Το φως του λαμπατέρ τρεμόπαιξε. Εκείνος τινάχτηκε σαν να τον είχε τσιμπήσει σκορπιός και στράφηκε προς το μέρος του με αγωνία καθώς η σκέψη ότι μετά την παράξενη εκείνη σιωπή θα ερχόταν και το σκοτάδι, τον έκανε να παγώσει. Ευτυχώς όμως, μόλις έσφιξε το λαμπτήρα στο ντουί του, το φως σταθεροποιήθηκε και πάλι.

-«Καλησπέρα. Ελπίζω να μην σας τρόμαξα πάρα πολύ!»

Ο Γιάννης έμεινε ακίνητος, καθισμένος ακόμα στην πολυθρόνα με την εφημερίδα στα γόνατά του και το δεξί του χέρι χωμένο στο σκιάδι του λαμπατέρ. Έστρεψε το κεφάλι του αργά-αργά προς το μέρος απ’ όπου είχε ακουστεί εκείνη η ευγενική και απαλή φωνή και αντίκρισε έναν μικρόσωμο άνδρα μέσης ηλικίας, άψογα ντυμένο μ’ ένα καλοραμμένο κοστούμι από σκουρόχρωμο βελούδο, να κάθεται απέναντί του, σε κάποια απ’ τις υπόλοιπες πολυθρόνες του καθιστικού, και να τον κοιτάζει χαμογελώντας καλοκάγαθα.

-«Ποιος είστε;» τον ρώτησε κατάπληκτος.

-«Είμαι ο διάβολος,» του απάντησε εκείνος, «ο άρχοντας του σκότους αυτοπροσώπως. Και έχω έρθει απόψε εδώ πέρα για να πραγματοποιήσω τρεις επιθυμίες σας, με το γνωστό αντίτιμο φυσικά!»

2

Ο Γιάννης ξαναβούλιαξε στην αγκαλιά της πολυθρόνας και απέμεινε να κοιτάζει τον απρόσκλητο επισκέπτη ακίνητος, υπερβολικά έκπληκτος για να μπορέσει να κάνει κάτι άλλο.

-«Τι εννοείται όταν λέτε ότι είστε ο διάβολος;» τον ρώτησε αμήχανα, «δηλαδή υποστηρίζετε ότι είστε ο Βελζεβούλης; Ο σατανάς;»

-«Αυτός ακριβώς.»

Η σιωπή που κρεμάστηκε ανάμεσά τους ήταν τόσο εύγλωττη που ο ηλικιωμένος κύριος πρόσθεσε:

-«Δεν με πιστεύετε;»

-«Ομολογώ πως όχι,» ήταν η ευγενική απάντηση του Γιάννη, «αλλά, όποιος και να ‘στε, θα σας παρακαλέσω να μιλάτε πιο σιγανά γιατί η Ιουλία, η γυναίκα μου, κοιμάται στην κρεβατοκάμαρά μας και δεν θέλω να την ξυπνήσουμε!»

-«Το γνωρίζω αυτό,» τον πληροφόρησε ο συνομιλητής του. «Αλλά μην ανησυχείτε καθόλου. Δεν πρόκειται να ξυπνήσει για τον απλούστατο λόγο ότι ο ήχος των φωνών μας δεν θα ξεπεράσει ποτέ τα όρια αυτού του σαλονιού.»

-«Εσείς το προκαλείτε αυτό;»

-«Μα φυσικά. Είμαι ο άρχοντας του κακού. Μπορώ και κάνω ότι θέλω!»

Ο Γιάννης τον κοίταξε αμίλητος, χωρίς να του απαντήσει. Περιεργάστηκε με το βλέμμα του τον παράξενο εκείνο τύπο και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ήταν πολύ λιγότερο τρομακτικός απ’ όσο θα έπρεπε. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ήταν πράα και ευγενικά και το βλέμμα του μάλλον καλοκάγαθο. Τα κόκκινα μάτια και τα κέρατα που θα περίμενε κανείς να τον στολίζουν, έλαμπαν δια της απουσίας τους.

-«Δεν με πιστεύετε έτσι;» τον ξαναρώτησε εκείνος χωρίς να δείχνει θυμωμένος απ’ αυτό το γεγονός, «Α, μα τότε θα πρέπει να κάνω κάτι πιο δραστικό για να σας αλλάξω γνώμη!» Με το που είπε αυτά τα λόγια, κροτάλισε τα δάχτυλά του και το χαλί που κάλυπτε το πάτωμα του καθιστικού, άρχισε να μεταβάλλεται:

Τα στυλιζαρισμένα λουλούδια του που περικύκλωναν ένα κεντρικό μοτίβο από αλληλό-εμπλεκόμενους μαιάνδρους κινήθηκαν ξαφνικά και ξεδιπλώθηκαν προς τα πάνω. Μπροστά στα έκπληκτα μάτια του Γιάννη μεγάλωσαν σε μέγεθος, έγιναν τρισδιάστατα και αφού ξεπρόβαλλαν μέσα απ’ το υλικό του χαλιού, σχημάτισαν ένα μικρό λιβάδι που άρχισε να φωσφορίζει αχνά κάτω απ’ το απαλό φως του λαμπατέρ εκπέμποντας μια γαλαζωπή λάμψη που ήταν ψυχρή και ομοιόμορφή, σαν τη φωταύγεια που εκπέμπουν οι παράξενοι οργανισμοί που ζουν στ’ ανήλιαγα βάθη των ωκεανών. Το κεντρικό μοτίβο με τους μαιάνδρους μεταμορφώθηκε σε μια στρογγυλή λιμνούλα από καταγάλανο νερό που κυμάτιζε απαλά. Ο Γιάννης που είχε μαζέψει τα πόδια του ώστε να μην τ’ ακουμπούν τα πέταλα των αφύσικων εκείνων λουλουδιών, ξανακοίταξε τον επισκέπτη του με κομμένη την ανάσα.

-«Με πιστεύετε τώρα;» τον ρώτησε αυτός μ’ ένα μελιστάλαχτο χαμόγελο. Ο Γιάννης ξαναμελέτησε το πρόσωπό του που διαγραφόταν ανάγλυφο κάτω απ’ το διπλό φως του αλλόκοτου λιβαδιού και του λαμπατέρ και απέτυχε για άλλη μια φορά να διακρίνει το παραμικρό χαρακτηριστικό που θα πρόδιδε την καταχθόνια φύση του. Τα μάτια του εξακολουθούσαν να τον κοιτάζουν γλυκά και φωτεινά, το πρόσωπό του παρέμενε πράο και καλοσυνάτο. Κι όμως, αυτός ο ευγενικός και χαριτωμένος εκείνος άνθρωπος μόλις είχε μεταμορφώσει το χαλί του σε βοτανικό κήπο…

-«Σας πιστεύω» του απάντησε με βαριά φωνή.

-«Πολύ καλά,» ήταν το σχόλιο του διαβόλου, «και τώρα μπορούμε να ξεκινήσουμε το παιχνίδι μας. Τις τρείς ευχές που σας είπα.»

-«Ένα λεπτό, ένα λεπτό!» τον έκοψε ο Γιάννης, «για ποιο λόγο το κάνετε αυτό; Και γιατί διαλέξατε εμένα; Και γιατί πιστεύετε ότι θα συμφωνήσω να κάνω κάτι που θα θέσει σε κίνδυνο την αθάνατη ψυχή μου;»

Ο διάβολος σταύρωσε τα χέρια πάνω στο στήθος του και πήρε μια υπομονετική έκφραση, λες και προσπαθούσε να εξηγήσει ένα πολύ απλό θεώρημα σ’ έναν εξαιρετικά αργόστροφο μαθητή:

-«Η αποψινή μου επίσκεψη αποτελεί το αποτέλεσμα μιας συμφωνίας που έχω κάνει με τον θεό,» άρχισε να του λέει, «Κάθε εκατό χρόνια περίπου, επισκέπτομαι έναν άνθρωπο και του κάνω μια συγκεκριμένη πρόταση: Να πραγματοποιήσω τρεις ευχές του με αντάλλαγμα την ψυχή του. Μ’ αυτόν τον τρόπο παρακολουθούμε την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους στο διάβα των αιώνων. Μέχρι τώρα βέβαια, τα συμπεράσματά μας υπήρξαν μάλλον απογοητευτικά. Οι απαιτήσεις των ανθρώπων είναι υπερβολικά στερεότυπες και βαρετές. Σεξ, νιάτα και εξουσία κυρίως. Εσείς άραγε, θα αποτελέσετε τη μεγάλη εξαίρεση;»

-«Κι αν αρνηθώ να παίξω το παιχνίδι σας;» τον ρώτησε ο Γιάννης επιφυλακτικά.

-«Φοβάμαι πως δεν έχετε αυτή την επιλογή,» του απάντησε ο διάβολος με μια φωνή που ξαφνικά ακούστηκε βαθιά και δυσοίωνη, σχεδόν σπηλαιώδης. Ταυτόχρονα ένα παγερό κύμα αέρα κυκλοφόρησε μέσα στο σαλόνι και χτύπησε τον Γιάννη στο πρόσωπο. Εκείνος ένιωσε την καρδιά του να χάνει ένα χτύπο αλλά δεν επέτρεψε στον πανικό που ανασάλεψε μέσα του να τον κυριεύσει.

-«Ότι θέλω;» ρώτησε τον άρχοντα του σκότους, «το σπίτι των ονείρων μου για παράδειγμα;»

-«Όπως επιθυμείτε!» αναφώνησε ο διάβολος κροταλίζοντας τα δάχτυλα του μ’ ενθουσιασμό. Και μέσα σε μια στιγμή, το μισοσκότεινο σαλόνι με τα παλαιικά έπιπλα και τους παλιομοδίτικους πίνακες εξαφανίστηκε και τη θέση του πήρε ένα βαθύ σκοτάδι.

3


Ο Γιάννης ανοιγόκλεισε τα μάτια του θαμπωμένος από ένα εκτυφλωτικό κύμα φωτός. Σκούπισε τα δάκρυά του και ανακάλυψε ότι στεκόταν όρθιος, στο κέντρο μιας υπέροχης σάλας που έμοιαζε με αίθουσα χορού. Ήταν μακρόστενη στο σχήμα, με χρυσοποίκιλτους τοίχους και ολόσωμους καθρέφτες που αντανακλούσαν τις λάμψεις κάτι πελώριων πολυελαίων από αστραφτερό κρύσταλλο. Στη μια της πλευρά, σε όλο της το μήκος, διαγραφόταν τοξωτά πορτοπαράθυρα που έβγαζαν σ’ έναν φαρδύ εξώστη από γυαλιστερό μάρμαρο και στη γλυκιά γαλήνη μιας καλοκαιριάτικης νύχτας που φωτιζόταν απ’ τη λάμψη ενός ολοστρόγγυλου φεγγαριού. Πιο μακριά, πέρα από κάτι περίτεχνα κάγκελα από σφυρήλατο σίδερο, απλώνονταν υπέροχοι κήποι και περιποιημένες δεντροστοιχίες που κατέληγαν στην ακύμαντη επιφάνεια μιας πελώριας λίμνης. Στην απέναντι όχθη της υψωνόταν μια χιονισμένη κορυφογραμμή που άστραφτε σαν ασημένια στο φως της πελώριας σελήνης. Η σιγαλιά της νύχτας διακόπτονταν απ’ το μελωδικό τραγούδι κάποιου αηδονιού που κελαηδούσε ξέγνοιαστο μέσα στις φυλλωσιές των δέντρων ενώ το απαλό αεράκι που γλιστρούσε ανάμεσα από τα πορτοπαράθυρα, άγγιζε το πρόσωπό του φορτωμένο με τ’ αρώματα ανθισμένων νυχτολούλουδων.

-«Που βρίσκομαι;» αναρωτήθηκε μεγαλόφωνα.

-«Στο σπίτι των ονείρων σας.» του απάντησε η φωνή του διαβόλου. Ο Γιάννης αναπήδησε σαν να τον είχε τσιμπήσει σκορπιός και κοίταξε γύρω του αλαφιασμένος αλλά ο ιδιοκτήτης της απαλής εκείνης φωνής είχε γίνει αόρατος.

-«Έτσι ακριβώς δεν ήταν το παλάτι που είχατε δει μικρός σε κάποιο βιβλίο και είχατε ευχηθεί ολόψυχα να γίνει κάποια μέρα δικό σας;»

-«Έτσι ακριβώς,» συμφώνησε ο Γιάννης, «αλλά πέρασαν τόσα και τόσα χρόνια από τότε!»

-«Η πρώτη σας ευχή πραγματοποιήθηκε,» πρόσθεσε ο σατανάς με μια μικρή νότα αυτάρεσκης ικανοποίησης, «σας υπενθυμίζω ότι έχετε δύο ακόμα ευχές στη διάθεσή σας.»

Ο Γιάννης άνοιξε το στόμα του για να του εξηγήσει ότι η ερώτηση που του είχε κάνει στο σαλόνι του σπιτιού του ήταν εντελώς θεωρητική και αποσκοπούσε στο να καταλάβει τι εννοούσε όταν του είχε πει ότι θα πραγματοποιούσε τις τρεις εκείνες ευχές, αλλά τελικά προτίμησε να παραμείνει σιωπηλός. Ένιωσε ωστόσο παγιδευμένος, μπλεγμένος σε μια τρομακτική περιπέτεια που αποκλείεται να είχε ευχάριστη κατάληξη. Πήρε μια βαθιά αναπνοή για να συνέλθει και αναρωτήθηκε πως επέτρεπε ο παντοδύναμος θεός να συμβαίνει κάτι τέτοιο σε κάποιο απ’ τα παιδιά του αλλά και πάλι, αφού άφηνε να συμβαίνουν τόσα και τόσα φριχτά πράγματα στον κόσμο καθημερινά και να υποφέρουν τόσοι αθώοι άνθρωποι, με ποια λογική θα μπορούσε να ελπίζει ότι θα καταδεχόταν ν’ ασχοληθεί προσωπικά μαζί του;

Περπάτησε με βήματα αβέβαια και ασταθή μέχρι το κοντινότερο πορτοπαράθυρο κυριευμένος από ένα ανεξέλεγκτο κύμα τρόμου ενώ η καρδιά του γοργοχτυπούσε βροντερά. Πως θα κατάφερνε να ξεγελάσει τον αντίπαλό του και να μην καταλήξει στα καζάνια της κόλασης;

Καθώς πλησίαζε το πορτοπαράθυρο που έβγαζε στον εξώστη και στους κήπους, αντίκρισε το είδωλό του σ’ έναν απ’ τους ολόσωμους καθρέφτες που στόλιζαν τους τοίχους της μακρόστενης αίθουσας. Σταμάτησε για μια στιγμή και περιεργάστηκε τον εαυτό του. Έμοιαζε εντελώς γελοίος, ένας παχουλός γέροντας με καράφλα και γυαλιά που φορούσε ακόμα τις παντόφλες του και μια μεταξωτή ρόμπα πάνω απ’ τα ρούχα του, ολοκληρωτικά αταίριαστος με την εκθαμβωτική εκείνη αίθουσα που ήταν αντάξια ενός αυτοκράτορα. Ένιωσε μόνος ξαφνικά, αδύναμος και ανόητος. Τα χέρια του χώθηκαν στις τσέπες της ρόμπας του και έσκυψε το κεφάλι κυριευμένος από ένα πικρό κύμα αποθάρρυνσης. Και τότε τα δάχτυλά του έπιασαν ένα μικρό τετράγωνο αντικείμενο που φώλιαζε μέσα στη δεξιά του τσέπη. Το αναγνώρισε στη στιγμή. Ήταν το μικρό εικόνισμα του αρχάγγελου Μιχαήλ που η Ιουλία, η γυναίκα του, πάντα έβαζε στις τσέπες του, όπου κι αν πήγαινε, γιατί θεωρούσε ότι έτσι αυτός ο άγγελος θα τον προστάτευε από κάθε κακό. Η Ιουλία. Η γλυκιά του γυναίκα που είχε μοιραστεί μαζί του της ζωής της εδώ και πενήντα ολόκληρα χρόνια. Θυμήθηκε την πρώτη φορά που την είχε αντικρίσει και για μια στιγμή το μυαλό του ταξίδεψε στο παρελθόν και ξέχασε την χρυσοποίκιλτη αίθουσα, το διάβολο και τον θανάσιμο κίνδυνο που τον απειλούσε.

Και τότε του ήρθε μια ιδέα, κάτι σαν νοητικό πυροτέχνημα που ξεδιπλώθηκε ανάμεσα στις σκοτεινές του σκέψεις σαν διάπυρο λουλούδι, μια τρελή έμπνευση που τον έκανε να χαμογελάσει πλατιά.

-«Είμαι έτοιμος για τη δεύτερη ευχή μου,» είπε στον καταχθόνιο βασανιστή του που τον παρακολουθούσε αμίλητος και αθέατος.

-«Στις ακούω.»

-«Επιθυμώ να βρεθώ στο σταθμό του ηλεκτρικού στο Μοναστηράκι, στο έτος 1960, στις 11.50 το βράδυ, στις δεκαπέντε Δεκεμβρίου ακριβώς!» φώναξε δυνατά.

4

-«Όπως επιθυμείτε!»

Ένας παγερός άνεμος άγγιξε το πρόσωπό του σαν υγρή παλάμη και έκανε τα ρούχα που φορούσε ν’ ανεμίσουν. Μια χούφτα από κρύες σταγόνες βροχής έπεσαν πάνω του και κύλησαν στους ώμους της μεταξωτής του ρόμπας. Άνοιξε τα μάτια του και αντίκρισε την σκοτεινή αποβάθρα του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου όπως ήταν κάποτε, κακοφωτισμένη και άδεια, περικυκλωμένη από μια Αθήνα με πολύ λιγότερα αυτοκίνητα και φώτα, με χαμηλότερα κτίρια και πολύ περισσότερους κήπους και αυλές. Το φάλτσο τραγούδι ενός μεθυσμένου που έβγαινε τρεκλίζοντας από κάποιον από τους τεκέδες που υπήρχαν τότε στο Μοναστηράκι, ράγισε τη σιωπή. Σύντομα το διαδέχτηκε το διαπεραστικό σφύριγμα ενός οργάνου της τάξης που έκανε την περιπολία του στα κακόφημα στενά και ετοιμαζόταν να μπουζουριάσει τον άτυχο εκείνο μπεκρή με την κατηγορία της αλητείας. Μια διάχυτη οσμή ψητού κρέατος απλωνόταν στον αέρα προερχόμενη απ’ τα σουβλατζίδικα και τα ταβερνεία της περιοχής. Η ακρόπολη φάνταζε πίσω από την πλάτη του σαν ένας σκοτεινός λόφος με παράξενο σχήμα, αφώτιστη ακόμα απ’ τους διακοσμητικούς προβολείς που επρόκειτο να τοποθετηθούν πολύ αργότερα. Τα νεοκλασικά κτίρια που έμελλε να μεταμορφωθούν σε καφέ και εστιατόρια ήταν έρημα τα περισσότερα και αμπαρωμένα. Από τα παράθυρα κάποιου γειτονικού σπιτιού ακουγόταν το ρεφρέν ενός σουξέ της εποχής που είχε πολλά χρόνια να το ακούσει. Τα ελάχιστα ηλεκτρικά φώτα που έλαμπαν γύρω απ’ το σταθμό διαγράφονταν περιβεβλημένα από άυλα φωτοστέφανα υγρασίας.

Ήταν μια κρύα και βροχερή χειμωνιάτικη νύχτα. Ακριβώς όπως τη θυμόταν. Η νύχτα όπου όλα έμελλε ν’ αλλάξουν..

Ο Γιάννης περιέτρεξε με το βλέμμα του την έρημη αποβάθρα και διέκρινε στην απέναντι άκρη της μια μοναχική φιγούρα που στεκόταν όρθια και κοίταζε αμίλητη και ακίνητη τις ράγες σαν άγαλμα. Ήταν μια κοπέλα ντυμένη με τα βαριά και μάλλον φτωχικά ρούχα μιας κόρης βιοπαλαιστών που σίγουρα έβγαζαν το μεροκάματό τους σε κάποια απ’ τις βιοτεχνίες του Ρέντη. Τα μαλλιά της, ίσια και μακριά, κάλυπταν τους ώμους της σαν ένα απαλό σάλι από γυαλιστερό έβενο. Στη συνέχεια του βλέμμα του εστιάστηκε σε κάποιο άλλο σημείο της αποβάθρας, όπου, πάνω σ’ ένα βρώμικο παγκάκι από σφυρήλατο σίδερο καθόταν ένας νεαρός. Ήταν ένα αδύνατο και ντροπαλό αγόρι με κοντοκουρεμένα μαύρα μαλλιά. Φορούσε γυαλιά και το πρόσωπό του ήταν ξυρισμένο. Κρατούσε στα χέρια του ένα βιβλίο με βαρύ εξώφυλλο. Εκείνη τη στιγμή το είχε αφήσει να κείτεται κλειστό στα γόνατά του και κοίταζε προς το μέρος της κοπέλας αναποφάσιστος.

Δεν είχε καιρό για χάσιμο. Ο χρόνος γλιστρούσε ανάμεσα απ’ τα δάχτυλά του σαν το νερό. Πήρε μια βαθιά αναπνοή, ανασκουμπώθηκε, έσφιξε τη ζώνη της ρόμπας γύρω απ’ τη μέση του και πλησίασε τον νεαρό με αποφασιστικά βήματα. Οι μαλακές παντόφλες που φορούσε μεταμόρφωσαν τις κινήσεις του σε μια σειρά από αθόρυβες φιγούρες. Στάθηκε μπροστά απ’ τον μοναχικό βιβλιόφιλο και ακούμπησε το χέρι του πάνω στον δεξί του ώμο. Εκείνος γύρισε και τον κοίταξε ξαφνιασμένος. Το πρόσωπό του έμοιαζε πολύ αθώο, με απαλές γραμμές, τα μάτια του διαγράφονταν μεγάλα και ονειροπόλα, γαλανά σαν ηλιόλουστες λίμνες.

-«Άκουσε με προσεκτικά,» του είπε ο Γιάννης με ψιθυριστή αλλά προστακτική φωνή, «σε λένε Γιάννη και είσαι πρωτοετής φοιτητής της Νομικής Αθηνών, έτσι δεν είναι;»

-«Μάλιστα…» του απάντησε ο νεαρός, κοιτάζοντας τον κατάπληκτος, από πάνω μέχρι κάτω.

-«Ο πατέρας σου σκοτώθηκε στην κατοχή, σ’ ένα μπλόκο που έστησαν οι Γερμανοί έξω από το σπίτι σας και εσένα σε μεγάλωσε η μάνα σου με τη βοήθεια ενός θείου σου που ήρθε να μείνει μαζί σας και που εσύ δεν τον συμπαθείς και πολύ γιατί σου φέρεται λες και είσαι δικός του γιός.»

-«Έτσι είναι,» είπε ο νεαρός, «αλλά εσείς ποιός….»

-«Άκουσε με σε παρακαλώ,» τον έκοψε ο Γιάννης, «Η κοπέλα που στέκεται στην άκρη της αποβάθρας ονομάζεται Ιουλία. Είναι από πολύ φτωχή οικογένεια και μόλις έμαθε ότι πρέπει να εγκαταλείψει τα όνειρά της για σπουδές γιατί οι δικοί της σκοπεύουν να της βρουν δουλειά ως παραδουλεύτρα. Όταν την γνωρίσεις θα σου αρέσει πολύ. Για να είμαστε ειλικρινείς, θα την ερωτευτείς και αυτή εσένα και θα ζήσετε ευτυχισμένοι, μαζί για πολλά- πολλά χρόνια.»

Ο νεαρός έκανε να σηκωθεί όρθιος αλλά το χέρι του Γιάννη ξανάπεσε βαρύ πάνω στον ώμο του και τον εμπόδισε.

-«Άκουσε με προσεκτικά, σε παρακαλώ,» του είπε για τρίτη και τελευταία φορά. «Αν δεν πας αυτή τη στιγμή να της μιλήσεις, θα κάνεις το μεγαλύτερο λάθος της ζωής σου. Η Ιουλία ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει. Μόλις έρθει το τραίνο θα πέσει στις ράγες και αυτό θα την πολτοποιήσει. Είναι απελπισμένη γιατί πιστεύει ότι θα περάσει μια ζωή μίζερη και δίχως ελπίδα. Δεν έχει ιδέα για την ευτυχία που την περιμένει. Αν όμως την πλησιάσεις τώρα και της μιλήσεις θα ζήσετε μαζί για πάντα, ευτυχισμένοι, θα παντρευτείτε και θα έχετε όλα όσα ονειρεύεστε.»

-«Μα ποιος είστε επιτέλους;» τον ρώτησε ο νεαρός όλο και περισσότερο κατάπληκτος.

-«Μ’ έστειλε ο φύλακας άγγελός σας,» του είπε στα πεταχτά ο Γιάννης, «και θέλω αυτή τη στιγμή να ξεπεράσεις όλους σου τους φόβους και να κάνεις αυτό που σου λέω.»

Ο νεαρός φάνηκε να βγαίνει μέσα από μια ελαφριά νάρκη. Κούνησε το κεφάλι του καταφατικά, σηκώθηκε όρθιος και άρχισε να περπατάει προς το μέρος της κοπέλας που κοίταζε τις ράγες του τραίνου σαν υπνωτισμένη. Ο Γιάννης τον είδε να την πλησιάζει, εκείνη να στρέφει το βλέμμα της προς το μέρος του και να κάνει ένα βήμα προς τα πίσω, μακριά από την άκρη της τσιμεντένιας αποβάθρας. Χαμογέλασε ικανοποιημένος.

5

-«Είσαστε ευχαριστημένος απ’ την πραγματοποίηση της δεύτερης ευχής σας;» ακούστηκε τότε η φωνή του διαβόλου πίσω από την πλάτη του. Ο Γιάννης σκίρτησε ξαφνιασμένος, έστρεψε το βλέμμα του προς το μέρος του και τον αντίκρισε να κάθεται δίπλα του, στο παγκάκι, καλοντυμένο, άψογο μέσα στο τέλεια ραμμένο κοστούμι του. Χαμογελούσε αυτάρεσκα και για πρώτη φορά τα δόντια του έλαμψαν κάπως αφύσικα λευκά μέσα στο σκοτάδι.

-«Είμαι απόλυτα ευχαριστημένος,» του απάντησε καθώς ξανάρχισε να παρακολουθεί το νεαρό ζευγάρι που τώρα είχε πιάσει την κουβέντα. Και ανακάλυψε ότι το εννοούσε.

-«Τότε νομίζω ότι έχει έρθει η στιγμή να μου εκφράσετε την τρίτη και τελευταία επιθυμία σας και να τελειώνουμε με το μικρό μας παιχνιδάκι, δεν νομίζετε;»

-«Βεβαίως!» του απάντησε ο Γιάννης στέλνοντάς του ένα χαμόγελο που ήταν εξίσου λαμπερό με το δικό του.

-«Σας ακούω!»

-«Που λες, η τρίτη και τελευταία ευχή μου είναι η εξής: Θέλω να ξεκουμπιστείς από’ δω, να πας στον αγύριστο απ’ όπου δεν θα ξαναενοχλήσεις ποτέ, ούτε εμένα, ούτε και τη γυναίκα μου εις τους αιώνες των αιώνων αμήν!»

Το χαμόγελο του διαβόλου πάγωσε σιγά-σιγά και μετατράπηκε σ‘ έναν μορφασμό τρομακτικής οργής. Τα μάτια του άστραψαν κατακόκκινα σαν πυρακτωμένα κάρβουνα και μια μυρωδιά θειαφιού μόλυνε τον αέρα.

Ωστόσο ο Γιάννης δεν τον φοβήθηκε. Συνέχισε να τον κοιτάζει κατάματα ενώ ένιωθε το δικό του χαμόγελο να πλαταίνει όλο και πιο πολύ πάνω στο πρόσωπό του. Μετά τα πάντα έσβησαν γύρω του, ο έρημος σταθμός, το σκοτάδι και η βροχή, η αρχαϊκή Αθήνα και οι γραφικοί θόρυβοι της περασμένης εκείνης εποχής.

Άνοιξε τα μάτια του και βρέθηκε για άλλη μια φορά καθισμένος στην αγαπημένη του πολυθρόνα, με την κούπα της ζεστής σοκολάτας να μοσχομυρίζει και να γεμίζει τ’ όμορφο και φιλόξενο σαλόνι του με το υπέροχο άρωμά της. Το χαλί είχε ξαναποκτήσει και πάλι την συνηθισμένη του μορφή και το απαλό φως του λαμπατέρ σκορπούσε απαλές σκιές στις γωνίες. Δίπλωσε την εφημερίδα που ήταν ακόμα απλωμένη πάνω στα γόνατά του, την ακούμπησε στο πλάι της πολυθρόνας και σηκώθηκε όρθιος, πλημμυρισμένος από ένα πρωτόγνωρο κύμα θριαμβευτικής χαράς.

Στη συνέχεια περπάτησε μέχρι την κρεβατοκάμαρα όπου, ξαπλωμένη στο δεξί της πλευρό, με το δεξί της χέρι ακουμπισμένο στο μάγουλό της σαν μικρό παιδί που έχει αποκοιμηθεί ακούγοντας κάποιοι συναρπαστικό παραμύθι, κοιμόταν μια ηλικιωμένη γυναίκα με γλυκά χαρακτηριστικά και ευγενικό μέτωπο. Τα μαλλιά της που ήταν ασημένια και πυκνά ακόμα απλώνονταν στο μαξιλάρι της σαν ένα αραχνοΰφαντο φωτοστέφανο. Η Ιουλία. Η γυναίκα του και ο ένας και μοναδικός έρωτας της ζωής του. Αυτή που τον είχε κάνει ευτυχισμένο, που είχε μοιραστεί μαζί του κυριακάτικα πρωινά και καλοκαιριάτικα ηλιοβασιλέματα σε ακριτικά νησιά και επαρχιακές κωμοπόλεις όπου ασκούσε το επάγγελμα του Εισαγγελέα. Πάντοτε πίστευε ότι η πρώτη τους συνάντηση, τότε στο σταθμό του ηλεκτρικού, όπου, σπρωγμένη από μια νεανική επιπολαιότητα ετοιμαζόταν να πεθάνει, οφειλόταν σ’ ένα θαύμα, στη θεία παρέμβαση κάποιου φύλακα αγγέλου που της είχε σώσει τη ζωή. Όταν της αφηγήθηκε πως είχε εμφανιστεί απ’ το πουθενά ο αλλόκοτος εκείνος γέρος που ήξερε όλα του τα μυστικά και τον είχε παροτρύνει να τη σταματήσει, είχε μείνει κατάπληκτη, πλημμυρισμένη από βαθύ δέος. Και γιατί όχι άλλωστε; Ήταν σίγουρα μια καίρια παρέμβαση χάρη στην οποία είχαν ζήσει μια ευτυχισμένη ζωή, προστατευμένοι από κάθε κακό. Η Ιουλία, γεμάτη ευγνωμοσύνη γι’ αυτό το γεγονός, είχε αγοράσει δύο πανομοιότυπες εικονίτσες του αρχάγγελου Μιχαήλ και επέμενε να τις έχουν πάντα κοντά τους σαν φυλαχτά, όπου και αν βρίσκονταν, ακόμα και μέσα στο σπίτι.

Ο Γιάννης αναστέναξε απαλά, έσκυψε πάνω απ’ το κρεβάτι και τη φίλησε στο μάγουλο. Στη συνέχεια ξάπλωσε δίπλα της και περίμενε να τον πάρει απαλά-απαλά ο ύπνος.

Ερρικος Σμυρναιος, Copyright 2010

Απο το :  Ονειροπαρμένες Απάτητες Διαδρομές

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ

 

1

Η εφημερίδα ήταν ως συνήθως γεμάτη με κακές ειδήσεις. Παρά την εξονυχιστική ανάγνωση των πυκνογραμμένων παραγράφων της δεν ανακάλυψε ούτε μια νότα αισιοδοξίας, ένα μικρό αρθράκι έστω που να περιγράφει την επιτυχή αντιμετώπιση κάποιου υπάρχοντος προβλήματος. Ακόμα και η πρόγνωση του καιρού προειδοποιούσε για επερχόμενες καταιγίδες και πτώση της θερμοκρασίας. Ο πρωτοσέλιδος τίτλος διαλαλούσε, με ογκώδη και χτυπητά γράμματα από κατάμαυρο μελάνι, την επικείμενη κατάρρευση της οικονομίας και συνοδευόταν από μια πληθώρα επί μέρους άρθρων που προοιώνιζαν την επιβολή σκληρών φορολογικών μέτρων που θα συρρίκνωναν ακόμα περισσότερο το ήδη εξανεμισμένο εισόδημα του μέσου πολίτη της χώρας. Οι υπόλοιπες σελίδες της καταλαμβάνονταν από γραφικές περιγραφές φυσικών καταστροφών που είχαν χτυπήσει σε διάφορες γωνιές του κόσμου και από επιγραμματικές αναφορές για πολύνεκρα τροχαία ατυχήματα, τρομοκρατικές επιθέσεις και φρικιαστικές ανθρωποκτονίες. Το κλίμα άλλαζε βέβαια στο τμήμα των αθλητικών ειδήσεων: Εκεί πέρα, κραυγαλέοι τίτλοι με πολλά θαυμαστικά ανακοίνωναν τις επιτυχίες κάποιας ομάδας ποδοσφαίρου, ανάμεσα σε ροζ αγγελίες και αδιάφορες πληροφορίες σχετικά με τις κοσμικές δραστηριότητες κάποιων «επώνυμων» προσώπων.

Όπως και κάθε απόβραδο, τηρώντας ευλαβικά την αγαπημένη του συνήθεια, ο Γιάννης διάβασε απ’ την αρχή μέχρι το τέλος την ……

 

πολυσέλιδη εφημερίδα καθισμένος στην αναπαυτική του πολυθρόνα, συντροφιά με μια κούπα αχνιστής σοκολάτας που μύριζε υπέροχα και τον τύλιγε μ’ έναν αόρατο μανδύα ευωδιαστής απόλαυσης. Το απαλό φως του λαμπατέρ που έπεφτε στην εφημερίδα, ύφαινε ένα αχνό φωτοστέφανο γύρω απ’ το σκυμμένο του κεφάλι και βύθιζε το καθιστικό σ’ ένα διάχυτο μωσαϊκό πολυγωνικών φωτοσκιάσεων. Το συνεχές βουητό των αυτοκινήτων που ερχόταν απ’ έξω, απ’ τη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα που έβγαζε σε μια μικρή και ανθοστόλιστη βεράντα, έμοιαζε με τον ακατάπαυστο αχό ενός μακρινού ωκεανού. Βέβαια, ύστερα από την ανάγνωση της εφημερίδας, πολύ εύκολα θα μπορούσε να το παρομοιάσει κανείς με την κουρασμένη ανασαιμιά ενός άρρωστου κόσμου που είχε πάρει την κάτω βόλτα και όδευε ολοταχώς προς ένα αναπόφευκτο και μάλλον δραματικό τέλος.

Έχοντας απορροφηθεί απ’ την ανάγνωση ενός αρκετά καλογραμμένου άρθρου που ανέλυε διεξοδικά τους λόγους για τους οποίους τα πρόσθετα φορολογικά μέτρα που σχεδίαζε η κυβέρνηση δεν θα ασκούσαν καμία θετική επιρροή στην πολυπόθητη αναθέρμανση της οικονομίας, άργησε να προσέξει την παράξενη αλλαγή που είχε αρχίσει να συμβαίνει γύρω του. Κάποια στιγμή ωστόσο, χωρίς να το θέλει, ένιωσε τις μικρές τριχούλες που φύτρωναν στο σβέρκο του ν’ ανασηκώνονται μια-μια και την καρδιά του να χτυπάει γρηγορότερα. Ένα κύμα παγερής ανησυχίας κύλησε στις φλέβες του σαν ψυχρός υδράργυρος. Αναδεύτηκε ανήσυχος, ακούμπησε την εφημερίδα στα γόνατά του και κοίταξε ολόγυρα του παραξενεμένος αλλά το οικείο καθιστικό με τ’ αναπαυτικά έπιπλα, την ογκώδη τηλεόραση, το στερεοφωνικό και το dvd-player έμοιαζε ίδιο και απαράλλακτο, ασφαλές, ευρύχωρο και φωτισμένο διακριτικά απ’ το γλυκό φως του λαμπατέρ. Κι όμως η αλλόκοτη αίσθηση ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, ότι κάτι είχε αλλάξει συνέχισε να τον βασανίζει και μάλιστα με αυξανόμενη ένταση. Αλλά δεν κατάφερνε να καταλάβει τι ήταν ακριβώς αυτό. Κάποια στιγμή όμως, το βλέμμα του εστιάστηκε στη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα με τις λευκές κουρτίνες που ανέμιζαν απαλά, και τότε ένιωσε την αναπνοή του να σκαλώνει και την καρδιά του να χάνει ένα χτύπο, ακινητοποιημένη από ένα μικρό σπασμό παραλυτικής κατάπληξης.

Η σιωπή. Αυτό ήταν. Το βουητό των αυτοκινήτων που διέσχιζαν τη λεωφόρο κάτω απ’ τη βεράντα είχε σταματήσει. Τα κορναρίσματα και ο θόρυβος των κινητήρων τους, τα μαρσαρίσματα των δικύκλων, ακόμα και το ενοχλητικό ντάπα-ντούπα απ’ τα ηχεία των ηλιθίων που οδηγούσαν ακούγοντας μουσική στη διαπασών για να κάνουν φιγούρα, είχαν εξαφανιστεί τελείως. Είχαν δώσει τη θέση τους σε μια αλλόκοτη σιγαλιά που κρεμόταν γύρω του σαν υγρή κουβέρτα… Θα’ λεγε κανείς πως ολόκληρος ο φασαριόζικος έξω κόσμος είχε εξαφανιστεί από τη μια στιγμή στην άλλη, έτσι απλά, σαν την εικόνα μιας τηλεόρασης που κάποιος τη βγάζει απ’ τη πρίζα.

Εκείνη τη στιγμή φοβήθηκε. Κυριεύτηκε από ένα συναίσθημα που ήταν πανάρχαιο και ενστικτώδες, μια αρχέγονη αντίδραση απέναντι σ’ εκείνη τη δυσοίωνη και εντελώς αφύσικη απουσία κάθε θορύβου. Τα γόνατά του άρχισαν να τρέμουν. Το τρίξιμο της εφημερίδας που απλωνόταν πάνω τους ακούστηκε εκκωφαντικό μέσα στην παράξενη εκείνη ησυχία, σαν το προειδοποιητικό κροτάλισμα ενός θυμωμένου ερπετού της ερήμου.

Το φως του λαμπατέρ τρεμόπαιξε. Εκείνος τινάχτηκε σαν να τον είχε τσιμπήσει σκορπιός και στράφηκε προς το μέρος του με αγωνία καθώς η σκέψη ότι μετά την παράξενη εκείνη σιωπή θα ερχόταν και το σκοτάδι, τον έκανε να παγώσει. Ευτυχώς όμως, μόλις έσφιξε το λαμπτήρα στο ντουί του, το φως σταθεροποιήθηκε και πάλι.

-«Καλησπέρα. Ελπίζω να μην σας τρόμαξα πάρα πολύ!»

Ο Γιάννης έμεινε ακίνητος, καθισμένος ακόμα στην πολυθρόνα με την εφημερίδα στα γόνατά του και το δεξί του χέρι χωμένο στο σκιάδι του λαμπατέρ. Έστρεψε το κεφάλι του αργά-αργά προς το μέρος απ’ όπου είχε ακουστεί εκείνη η ευγενική και απαλή φωνή και αντίκρισε έναν μικρόσωμο άνδρα μέσης ηλικίας, άψογα ντυμένο μ’ ένα καλοραμμένο κοστούμι από σκουρόχρωμο βελούδο, να κάθεται απέναντί του, σε κάποια απ’ τις υπόλοιπες πολυθρόνες του καθιστικού, και να τον κοιτάζει χαμογελώντας καλοκάγαθα.

-«Ποιος είστε;» τον ρώτησε κατάπληκτος.

-«Είμαι ο διάβολος,» του απάντησε εκείνος, «ο άρχοντας του σκότους αυτοπροσώπως. Και έχω έρθει απόψε εδώ πέρα για να πραγματοποιήσω τρεις επιθυμίες σας, με το γνωστό αντίτιμο φυσικά!»

2

Ο Γιάννης ξαναβούλιαξε στην αγκαλιά της πολυθρόνας και απέμεινε να κοιτάζει τον απρόσκλητο επισκέπτη ακίνητος, υπερβολικά έκπληκτος για να μπορέσει να κάνει κάτι άλλο.

-«Τι εννοείται όταν λέτε ότι είστε ο διάβολος;» τον ρώτησε αμήχανα, «δηλαδή υποστηρίζετε ότι είστε ο Βελζεβούλης; Ο σατανάς;»

-«Αυτός ακριβώς.»

Η σιωπή που κρεμάστηκε ανάμεσά τους ήταν τόσο εύγλωττη που ο ηλικιωμένος κύριος πρόσθεσε:

-«Δεν με πιστεύετε;»

-«Ομολογώ πως όχι,» ήταν η ευγενική απάντηση του Γιάννη, «αλλά, όποιος και να ‘στε, θα σας παρακαλέσω να μιλάτε πιο σιγανά γιατί η Ιουλία, η γυναίκα μου, κοιμάται στην κρεβατοκάμαρά μας και δεν θέλω να την ξυπνήσουμε!»

-«Το γνωρίζω αυτό,» τον πληροφόρησε ο συνομιλητής του. «Αλλά μην ανησυχείτε καθόλου. Δεν πρόκειται να ξυπνήσει για τον απλούστατο λόγο ότι ο ήχος των φωνών μας δεν θα ξεπεράσει ποτέ τα όρια αυτού του σαλονιού.»

-«Εσείς το προκαλείτε αυτό;»

-«Μα φυσικά. Είμαι ο άρχοντας του κακού. Μπορώ και κάνω ότι θέλω!»

Ο Γιάννης τον κοίταξε αμίλητος, χωρίς να του απαντήσει. Περιεργάστηκε με το βλέμμα του τον παράξενο εκείνο τύπο και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ήταν πολύ λιγότερο τρομακτικός απ’ όσο θα έπρεπε. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ήταν πράα και ευγενικά και το βλέμμα του μάλλον καλοκάγαθο. Τα κόκκινα μάτια και τα κέρατα που θα περίμενε κανείς να τον στολίζουν, έλαμπαν δια της απουσίας τους.

-«Δεν με πιστεύετε έτσι;» τον ξαναρώτησε εκείνος χωρίς να δείχνει θυμωμένος απ’ αυτό το γεγονός, «Α, μα τότε θα πρέπει να κάνω κάτι πιο δραστικό για να σας αλλάξω γνώμη!» Με το που είπε αυτά τα λόγια, κροτάλισε τα δάχτυλά του και το χαλί που κάλυπτε το πάτωμα του καθιστικού, άρχισε να μεταβάλλεται:

Τα στυλιζαρισμένα λουλούδια του που περικύκλωναν ένα κεντρικό μοτίβο από αλληλό-εμπλεκόμενους μαιάνδρους κινήθηκαν ξαφνικά και ξεδιπλώθηκαν προς τα πάνω. Μπροστά στα έκπληκτα μάτια του Γιάννη μεγάλωσαν σε μέγεθος, έγιναν τρισδιάστατα και αφού ξεπρόβαλλαν μέσα απ’ το υλικό του χαλιού, σχημάτισαν ένα μικρό λιβάδι που άρχισε να φωσφορίζει αχνά κάτω απ’ το απαλό φως του λαμπατέρ εκπέμποντας μια γαλαζωπή λάμψη που ήταν ψυχρή και ομοιόμορφή, σαν τη φωταύγεια που εκπέμπουν οι παράξενοι οργανισμοί που ζουν στ’ ανήλιαγα βάθη των ωκεανών. Το κεντρικό μοτίβο με τους μαιάνδρους μεταμορφώθηκε σε μια στρογγυλή λιμνούλα από καταγάλανο νερό που κυμάτιζε απαλά. Ο Γιάννης που είχε μαζέψει τα πόδια του ώστε να μην τ’ ακουμπούν τα πέταλα των αφύσικων εκείνων λουλουδιών, ξανακοίταξε τον επισκέπτη του με κομμένη την ανάσα.

-«Με πιστεύετε τώρα;» τον ρώτησε αυτός μ’ ένα μελιστάλαχτο χαμόγελο. Ο Γιάννης ξαναμελέτησε το πρόσωπό του που διαγραφόταν ανάγλυφο κάτω απ’ το διπλό φως του αλλόκοτου λιβαδιού και του λαμπατέρ και απέτυχε για άλλη μια φορά να διακρίνει το παραμικρό χαρακτηριστικό που θα πρόδιδε την καταχθόνια φύση του. Τα μάτια του εξακολουθούσαν να τον κοιτάζουν γλυκά και φωτεινά, το πρόσωπό του παρέμενε πράο και καλοσυνάτο. Κι όμως, αυτός ο ευγενικός και χαριτωμένος εκείνος άνθρωπος μόλις είχε μεταμορφώσει το χαλί του σε βοτανικό κήπο…

-«Σας πιστεύω» του απάντησε με βαριά φωνή.

-«Πολύ καλά,» ήταν το σχόλιο του διαβόλου, «και τώρα μπορούμε να ξεκινήσουμε το παιχνίδι μας. Τις τρείς ευχές που σας είπα.»

-«Ένα λεπτό, ένα λεπτό!» τον έκοψε ο Γιάννης, «για ποιο λόγο το κάνετε αυτό; Και γιατί διαλέξατε εμένα; Και γιατί πιστεύετε ότι θα συμφωνήσω να κάνω κάτι που θα θέσει σε κίνδυνο την αθάνατη ψυχή μου;»

Ο διάβολος σταύρωσε τα χέρια πάνω στο στήθος του και πήρε μια υπομονετική έκφραση, λες και προσπαθούσε να εξηγήσει ένα πολύ απλό θεώρημα σ’ έναν εξαιρετικά αργόστροφο μαθητή:

-«Η αποψινή μου επίσκεψη αποτελεί το αποτέλεσμα μιας συμφωνίας που έχω κάνει με τον θεό,» άρχισε να του λέει, «Κάθε εκατό χρόνια περίπου, επισκέπτομαι έναν άνθρωπο και του κάνω μια συγκεκριμένη πρόταση: Να πραγματοποιήσω τρεις ευχές του με αντάλλαγμα την ψυχή του. Μ’ αυτόν τον τρόπο παρακολουθούμε την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους στο διάβα των αιώνων. Μέχρι τώρα βέβαια, τα συμπεράσματά μας υπήρξαν μάλλον απογοητευτικά. Οι απαιτήσεις των ανθρώπων είναι υπερβολικά στερεότυπες και βαρετές. Σεξ, νιάτα και εξουσία κυρίως. Εσείς άραγε, θα αποτελέσετε τη μεγάλη εξαίρεση;»

-«Κι αν αρνηθώ να παίξω το παιχνίδι σας;» τον ρώτησε ο Γιάννης επιφυλακτικά.

-«Φοβάμαι πως δεν έχετε αυτή την επιλογή,» του απάντησε ο διάβολος με μια φωνή που ξαφνικά ακούστηκε βαθιά και δυσοίωνη, σχεδόν σπηλαιώδης. Ταυτόχρονα ένα παγερό κύμα αέρα κυκλοφόρησε μέσα στο σαλόνι και χτύπησε τον Γιάννη στο πρόσωπο. Εκείνος ένιωσε την καρδιά του να χάνει ένα χτύπο αλλά δεν επέτρεψε στον πανικό που ανασάλεψε μέσα του να τον κυριεύσει.

-«Ότι θέλω;» ρώτησε τον άρχοντα του σκότους, «το σπίτι των ονείρων μου για παράδειγμα;»

-«Όπως επιθυμείτε!» αναφώνησε ο διάβολος κροταλίζοντας τα δάχτυλα του μ’ ενθουσιασμό. Και μέσα σε μια στιγμή, το μισοσκότεινο σαλόνι με τα παλαιικά έπιπλα και τους παλιομοδίτικους πίνακες εξαφανίστηκε και τη θέση του πήρε ένα βαθύ σκοτάδι.

3


Ο Γιάννης ανοιγόκλεισε τα μάτια του θαμπωμένος από ένα εκτυφλωτικό κύμα φωτός. Σκούπισε τα δάκρυά του και ανακάλυψε ότι στεκόταν όρθιος, στο κέντρο μιας υπέροχης σάλας που έμοιαζε με αίθουσα χορού. Ήταν μακρόστενη στο σχήμα, με χρυσοποίκιλτους τοίχους και ολόσωμους καθρέφτες που αντανακλούσαν τις λάμψεις κάτι πελώριων πολυελαίων από αστραφτερό κρύσταλλο. Στη μια της πλευρά, σε όλο της το μήκος, διαγραφόταν τοξωτά πορτοπαράθυρα που έβγαζαν σ’ έναν φαρδύ εξώστη από γυαλιστερό μάρμαρο και στη γλυκιά γαλήνη μιας καλοκαιριάτικης νύχτας που φωτιζόταν απ’ τη λάμψη ενός ολοστρόγγυλου φεγγαριού. Πιο μακριά, πέρα από κάτι περίτεχνα κάγκελα από σφυρήλατο σίδερο, απλώνονταν υπέροχοι κήποι και περιποιημένες δεντροστοιχίες που κατέληγαν στην ακύμαντη επιφάνεια μιας πελώριας λίμνης. Στην απέναντι όχθη της υψωνόταν μια χιονισμένη κορυφογραμμή που άστραφτε σαν ασημένια στο φως της πελώριας σελήνης. Η σιγαλιά της νύχτας διακόπτονταν απ’ το μελωδικό τραγούδι κάποιου αηδονιού που κελαηδούσε ξέγνοιαστο μέσα στις φυλλωσιές των δέντρων ενώ το απαλό αεράκι που γλιστρούσε ανάμεσα από τα πορτοπαράθυρα, άγγιζε το πρόσωπό του φορτωμένο με τ’ αρώματα ανθισμένων νυχτολούλουδων.

-«Που βρίσκομαι;» αναρωτήθηκε μεγαλόφωνα.

-«Στο σπίτι των ονείρων σας.» του απάντησε η φωνή του διαβόλου. Ο Γιάννης αναπήδησε σαν να τον είχε τσιμπήσει σκορπιός και κοίταξε γύρω του αλαφιασμένος αλλά ο ιδιοκτήτης της απαλής εκείνης φωνής είχε γίνει αόρατος.

-«Έτσι ακριβώς δεν ήταν το παλάτι που είχατε δει μικρός σε κάποιο βιβλίο και είχατε ευχηθεί ολόψυχα να γίνει κάποια μέρα δικό σας;»

-«Έτσι ακριβώς,» συμφώνησε ο Γιάννης, «αλλά πέρασαν τόσα και τόσα χρόνια από τότε!»

-«Η πρώτη σας ευχή πραγματοποιήθηκε,» πρόσθεσε ο σατανάς με μια μικρή νότα αυτάρεσκης ικανοποίησης, «σας υπενθυμίζω ότι έχετε δύο ακόμα ευχές στη διάθεσή σας.»

Ο Γιάννης άνοιξε το στόμα του για να του εξηγήσει ότι η ερώτηση που του είχε κάνει στο σαλόνι του σπιτιού του ήταν εντελώς θεωρητική και αποσκοπούσε στο να καταλάβει τι εννοούσε όταν του είχε πει ότι θα πραγματοποιούσε τις τρεις εκείνες ευχές, αλλά τελικά προτίμησε να παραμείνει σιωπηλός. Ένιωσε ωστόσο παγιδευμένος, μπλεγμένος σε μια τρομακτική περιπέτεια που αποκλείεται να είχε ευχάριστη κατάληξη. Πήρε μια βαθιά αναπνοή για να συνέλθει και αναρωτήθηκε πως επέτρεπε ο παντοδύναμος θεός να συμβαίνει κάτι τέτοιο σε κάποιο απ’ τα παιδιά του αλλά και πάλι, αφού άφηνε να συμβαίνουν τόσα και τόσα φριχτά πράγματα στον κόσμο καθημερινά και να υποφέρουν τόσοι αθώοι άνθρωποι, με ποια λογική θα μπορούσε να ελπίζει ότι θα καταδεχόταν ν’ ασχοληθεί προσωπικά μαζί του;

Περπάτησε με βήματα αβέβαια και ασταθή μέχρι το κοντινότερο πορτοπαράθυρο κυριευμένος από ένα ανεξέλεγκτο κύμα τρόμου ενώ η καρδιά του γοργοχτυπούσε βροντερά. Πως θα κατάφερνε να ξεγελάσει τον αντίπαλό του και να μην καταλήξει στα καζάνια της κόλασης;

Καθώς πλησίαζε το πορτοπαράθυρο που έβγαζε στον εξώστη και στους κήπους, αντίκρισε το είδωλό του σ’ έναν απ’ τους ολόσωμους καθρέφτες που στόλιζαν τους τοίχους της μακρόστενης αίθουσας. Σταμάτησε για μια στιγμή και περιεργάστηκε τον εαυτό του. Έμοιαζε εντελώς γελοίος, ένας παχουλός γέροντας με καράφλα και γυαλιά που φορούσε ακόμα τις παντόφλες του και μια μεταξωτή ρόμπα πάνω απ’ τα ρούχα του, ολοκληρωτικά αταίριαστος με την εκθαμβωτική εκείνη αίθουσα που ήταν αντάξια ενός αυτοκράτορα. Ένιωσε μόνος ξαφνικά, αδύναμος και ανόητος. Τα χέρια του χώθηκαν στις τσέπες της ρόμπας του και έσκυψε το κεφάλι κυριευμένος από ένα πικρό κύμα αποθάρρυνσης. Και τότε τα δάχτυλά του έπιασαν ένα μικρό τετράγωνο αντικείμενο που φώλιαζε μέσα στη δεξιά του τσέπη. Το αναγνώρισε στη στιγμή. Ήταν το μικρό εικόνισμα του αρχάγγελου Μιχαήλ που η Ιουλία, η γυναίκα του, πάντα έβαζε στις τσέπες του, όπου κι αν πήγαινε, γιατί θεωρούσε ότι έτσι αυτός ο άγγελος θα τον προστάτευε από κάθε κακό. Η Ιουλία. Η γλυκιά του γυναίκα που είχε μοιραστεί μαζί του της ζωής της εδώ και πενήντα ολόκληρα χρόνια. Θυμήθηκε την πρώτη φορά που την είχε αντικρίσει και για μια στιγμή το μυαλό του ταξίδεψε στο παρελθόν και ξέχασε την χρυσοποίκιλτη αίθουσα, το διάβολο και τον θανάσιμο κίνδυνο που τον απειλούσε.

Και τότε του ήρθε μια ιδέα, κάτι σαν νοητικό πυροτέχνημα που ξεδιπλώθηκε ανάμεσα στις σκοτεινές του σκέψεις σαν διάπυρο λουλούδι, μια τρελή έμπνευση που τον έκανε να χαμογελάσει πλατιά.

-«Είμαι έτοιμος για τη δεύτερη ευχή μου,» είπε στον καταχθόνιο βασανιστή του που τον παρακολουθούσε αμίλητος και αθέατος.

-«Στις ακούω.»

-«Επιθυμώ να βρεθώ στο σταθμό του ηλεκτρικού στο Μοναστηράκι, στο έτος 1960, στις 11.50 το βράδυ, στις δεκαπέντε Δεκεμβρίου ακριβώς!» φώναξε δυνατά.

4

-«Όπως επιθυμείτε!»

Ένας παγερός άνεμος άγγιξε το πρόσωπό του σαν υγρή παλάμη και έκανε τα ρούχα που φορούσε ν’ ανεμίσουν. Μια χούφτα από κρύες σταγόνες βροχής έπεσαν πάνω του και κύλησαν στους ώμους της μεταξωτής του ρόμπας. Άνοιξε τα μάτια του και αντίκρισε την σκοτεινή αποβάθρα του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου όπως ήταν κάποτε, κακοφωτισμένη και άδεια, περικυκλωμένη από μια Αθήνα με πολύ λιγότερα αυτοκίνητα και φώτα, με χαμηλότερα κτίρια και πολύ περισσότερους κήπους και αυλές. Το φάλτσο τραγούδι ενός μεθυσμένου που έβγαινε τρεκλίζοντας από κάποιον από τους τεκέδες που υπήρχαν τότε στο Μοναστηράκι, ράγισε τη σιωπή. Σύντομα το διαδέχτηκε το διαπεραστικό σφύριγμα ενός οργάνου της τάξης που έκανε την περιπολία του στα κακόφημα στενά και ετοιμαζόταν να μπουζουριάσει τον άτυχο εκείνο μπεκρή με την κατηγορία της αλητείας. Μια διάχυτη οσμή ψητού κρέατος απλωνόταν στον αέρα προερχόμενη απ’ τα σουβλατζίδικα και τα ταβερνεία της περιοχής. Η ακρόπολη φάνταζε πίσω από την πλάτη του σαν ένας σκοτεινός λόφος με παράξενο σχήμα, αφώτιστη ακόμα απ’ τους διακοσμητικούς προβολείς που επρόκειτο να τοποθετηθούν πολύ αργότερα. Τα νεοκλασικά κτίρια που έμελλε να μεταμορφωθούν σε καφέ και εστιατόρια ήταν έρημα τα περισσότερα και αμπαρωμένα. Από τα παράθυρα κάποιου γειτονικού σπιτιού ακουγόταν το ρεφρέν ενός σουξέ της εποχής που είχε πολλά χρόνια να το ακούσει. Τα ελάχιστα ηλεκτρικά φώτα που έλαμπαν γύρω απ’ το σταθμό διαγράφονταν περιβεβλημένα από άυλα φωτοστέφανα υγρασίας.

Ήταν μια κρύα και βροχερή χειμωνιάτικη νύχτα. Ακριβώς όπως τη θυμόταν. Η νύχτα όπου όλα έμελλε ν’ αλλάξουν..

Ο Γιάννης περιέτρεξε με το βλέμμα του την έρημη αποβάθρα και διέκρινε στην απέναντι άκρη της μια μοναχική φιγούρα που στεκόταν όρθια και κοίταζε αμίλητη και ακίνητη τις ράγες σαν άγαλμα. Ήταν μια κοπέλα ντυμένη με τα βαριά και μάλλον φτωχικά ρούχα μιας κόρης βιοπαλαιστών που σίγουρα έβγαζαν το μεροκάματό τους σε κάποια απ’ τις βιοτεχνίες του Ρέντη. Τα μαλλιά της, ίσια και μακριά, κάλυπταν τους ώμους της σαν ένα απαλό σάλι από γυαλιστερό έβενο. Στη συνέχεια του βλέμμα του εστιάστηκε σε κάποιο άλλο σημείο της αποβάθρας, όπου, πάνω σ’ ένα βρώμικο παγκάκι από σφυρήλατο σίδερο καθόταν ένας νεαρός. Ήταν ένα αδύνατο και ντροπαλό αγόρι με κοντοκουρεμένα μαύρα μαλλιά. Φορούσε γυαλιά και το πρόσωπό του ήταν ξυρισμένο. Κρατούσε στα χέρια του ένα βιβλίο με βαρύ εξώφυλλο. Εκείνη τη στιγμή το είχε αφήσει να κείτεται κλειστό στα γόνατά του και κοίταζε προς το μέρος της κοπέλας αναποφάσιστος.

Δεν είχε καιρό για χάσιμο. Ο χρόνος γλιστρούσε ανάμεσα απ’ τα δάχτυλά του σαν το νερό. Πήρε μια βαθιά αναπνοή, ανασκουμπώθηκε, έσφιξε τη ζώνη της ρόμπας γύρω απ’ τη μέση του και πλησίασε τον νεαρό με αποφασιστικά βήματα. Οι μαλακές παντόφλες που φορούσε μεταμόρφωσαν τις κινήσεις του σε μια σειρά από αθόρυβες φιγούρες. Στάθηκε μπροστά απ’ τον μοναχικό βιβλιόφιλο και ακούμπησε το χέρι του πάνω στον δεξί του ώμο. Εκείνος γύρισε και τον κοίταξε ξαφνιασμένος. Το πρόσωπό του έμοιαζε πολύ αθώο, με απαλές γραμμές, τα μάτια του διαγράφονταν μεγάλα και ονειροπόλα, γαλανά σαν ηλιόλουστες λίμνες.

-«Άκουσε με προσεκτικά,» του είπε ο Γιάννης με ψιθυριστή αλλά προστακτική φωνή, «σε λένε Γιάννη και είσαι πρωτοετής φοιτητής της Νομικής Αθηνών, έτσι δεν είναι;»

-«Μάλιστα…» του απάντησε ο νεαρός, κοιτάζοντας τον κατάπληκτος, από πάνω μέχρι κάτω.

-«Ο πατέρας σου σκοτώθηκε στην κατοχή, σ’ ένα μπλόκο που έστησαν οι Γερμανοί έξω από το σπίτι σας και εσένα σε μεγάλωσε η μάνα σου με τη βοήθεια ενός θείου σου που ήρθε να μείνει μαζί σας και που εσύ δεν τον συμπαθείς και πολύ γιατί σου φέρεται λες και είσαι δικός του γιός.»

-«Έτσι είναι,» είπε ο νεαρός, «αλλά εσείς ποιός….»

-«Άκουσε με σε παρακαλώ,» τον έκοψε ο Γιάννης, «Η κοπέλα που στέκεται στην άκρη της αποβάθρας ονομάζεται Ιουλία. Είναι από πολύ φτωχή οικογένεια και μόλις έμαθε ότι πρέπει να εγκαταλείψει τα όνειρά της για σπουδές γιατί οι δικοί της σκοπεύουν να της βρουν δουλειά ως παραδουλεύτρα. Όταν την γνωρίσεις θα σου αρέσει πολύ. Για να είμαστε ειλικρινείς, θα την ερωτευτείς και αυτή εσένα και θα ζήσετε ευτυχισμένοι, μαζί για πολλά- πολλά χρόνια.»

Ο νεαρός έκανε να σηκωθεί όρθιος αλλά το χέρι του Γιάννη ξανάπεσε βαρύ πάνω στον ώμο του και τον εμπόδισε.

-«Άκουσε με προσεκτικά, σε παρακαλώ,» του είπε για τρίτη και τελευταία φορά. «Αν δεν πας αυτή τη στιγμή να της μιλήσεις, θα κάνεις το μεγαλύτερο λάθος της ζωής σου. Η Ιουλία ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει. Μόλις έρθει το τραίνο θα πέσει στις ράγες και αυτό θα την πολτοποιήσει. Είναι απελπισμένη γιατί πιστεύει ότι θα περάσει μια ζωή μίζερη και δίχως ελπίδα. Δεν έχει ιδέα για την ευτυχία που την περιμένει. Αν όμως την πλησιάσεις τώρα και της μιλήσεις θα ζήσετε μαζί για πάντα, ευτυχισμένοι, θα παντρευτείτε και θα έχετε όλα όσα ονειρεύεστε.»

-«Μα ποιος είστε επιτέλους;» τον ρώτησε ο νεαρός όλο και περισσότερο κατάπληκτος.

-«Μ’ έστειλε ο φύλακας άγγελός σας,» του είπε στα πεταχτά ο Γιάννης, «και θέλω αυτή τη στιγμή να ξεπεράσεις όλους σου τους φόβους και να κάνεις αυτό που σου λέω.»

Ο νεαρός φάνηκε να βγαίνει μέσα από μια ελαφριά νάρκη. Κούνησε το κεφάλι του καταφατικά, σηκώθηκε όρθιος και άρχισε να περπατάει προς το μέρος της κοπέλας που κοίταζε τις ράγες του τραίνου σαν υπνωτισμένη. Ο Γιάννης τον είδε να την πλησιάζει, εκείνη να στρέφει το βλέμμα της προς το μέρος του και να κάνει ένα βήμα προς τα πίσω, μακριά από την άκρη της τσιμεντένιας αποβάθρας. Χαμογέλασε ικανοποιημένος.

5

-«Είσαστε ευχαριστημένος απ’ την πραγματοποίηση της δεύτερης ευχής σας;» ακούστηκε τότε η φωνή του διαβόλου πίσω από την πλάτη του. Ο Γιάννης σκίρτησε ξαφνιασμένος, έστρεψε το βλέμμα του προς το μέρος του και τον αντίκρισε να κάθεται δίπλα του, στο παγκάκι, καλοντυμένο, άψογο μέσα στο τέλεια ραμμένο κοστούμι του. Χαμογελούσε αυτάρεσκα και για πρώτη φορά τα δόντια του έλαμψαν κάπως αφύσικα λευκά μέσα στο σκοτάδι.

-«Είμαι απόλυτα ευχαριστημένος,» του απάντησε καθώς ξανάρχισε να παρακολουθεί το νεαρό ζευγάρι που τώρα είχε πιάσει την κουβέντα. Και ανακάλυψε ότι το εννοούσε.

-«Τότε νομίζω ότι έχει έρθει η στιγμή να μου εκφράσετε την τρίτη και τελευταία επιθυμία σας και να τελειώνουμε με το μικρό μας παιχνιδάκι, δεν νομίζετε;»

-«Βεβαίως!» του απάντησε ο Γιάννης στέλνοντάς του ένα χαμόγελο που ήταν εξίσου λαμπερό με το δικό του.

-«Σας ακούω!»

-«Που λες, η τρίτη και τελευταία ευχή μου είναι η εξής: Θέλω να ξεκουμπιστείς από’ δω, να πας στον αγύριστο απ’ όπου δεν θα ξαναενοχλήσεις ποτέ, ούτε εμένα, ούτε και τη γυναίκα μου εις τους αιώνες των αιώνων αμήν!»

Το χαμόγελο του διαβόλου πάγωσε σιγά-σιγά και μετατράπηκε σ‘ έναν μορφασμό τρομακτικής οργής. Τα μάτια του άστραψαν κατακόκκινα σαν πυρακτωμένα κάρβουνα και μια μυρωδιά θειαφιού μόλυνε τον αέρα.

Ωστόσο ο Γιάννης δεν τον φοβήθηκε. Συνέχισε να τον κοιτάζει κατάματα ενώ ένιωθε το δικό του χαμόγελο να πλαταίνει όλο και πιο πολύ πάνω στο πρόσωπό του. Μετά τα πάντα έσβησαν γύρω του, ο έρημος σταθμός, το σκοτάδι και η βροχή, η αρχαϊκή Αθήνα και οι γραφικοί θόρυβοι της περασμένης εκείνης εποχής.

Άνοιξε τα μάτια του και βρέθηκε για άλλη μια φορά καθισμένος στην αγαπημένη του πολυθρόνα, με την κούπα της ζεστής σοκολάτας να μοσχομυρίζει και να γεμίζει τ’ όμορφο και φιλόξενο σαλόνι του με το υπέροχο άρωμά της. Το χαλί είχε ξαναποκτήσει και πάλι την συνηθισμένη του μορφή και το απαλό φως του λαμπατέρ σκορπούσε απαλές σκιές στις γωνίες. Δίπλωσε την εφημερίδα που ήταν ακόμα απλωμένη πάνω στα γόνατά του, την ακούμπησε στο πλάι της πολυθρόνας και σηκώθηκε όρθιος, πλημμυρισμένος από ένα πρωτόγνωρο κύμα θριαμβευτικής χαράς.

Στη συνέχεια περπάτησε μέχρι την κρεβατοκάμαρα όπου, ξαπλωμένη στο δεξί της πλευρό, με το δεξί της χέρι ακουμπισμένο στο μάγουλό της σαν μικρό παιδί που έχει αποκοιμηθεί ακούγοντας κάποιοι συναρπαστικό παραμύθι, κοιμόταν μια ηλικιωμένη γυναίκα με γλυκά χαρακτηριστικά και ευγενικό μέτωπο. Τα μαλλιά της που ήταν ασημένια και πυκνά ακόμα απλώνονταν στο μαξιλάρι της σαν ένα αραχνοΰφαντο φωτοστέφανο. Η Ιουλία. Η γυναίκα του και ο ένας και μοναδικός έρωτας της ζωής του. Αυτή που τον είχε κάνει ευτυχισμένο, που είχε μοιραστεί μαζί του κυριακάτικα πρωινά και καλοκαιριάτικα ηλιοβασιλέματα σε ακριτικά νησιά και επαρχιακές κωμοπόλεις όπου ασκούσε το επάγγελμα του Εισαγγελέα. Πάντοτε πίστευε ότι η πρώτη τους συνάντηση, τότε στο σταθμό του ηλεκτρικού, όπου, σπρωγμένη από μια νεανική επιπολαιότητα ετοιμαζόταν να πεθάνει, οφειλόταν σ’ ένα θαύμα, στη θεία παρέμβαση κάποιου φύλακα αγγέλου που της είχε σώσει τη ζωή. Όταν της αφηγήθηκε πως είχε εμφανιστεί απ’ το πουθενά ο αλλόκοτος εκείνος γέρος που ήξερε όλα του τα μυστικά και τον είχε παροτρύνει να τη σταματήσει, είχε μείνει κατάπληκτη, πλημμυρισμένη από βαθύ δέος. Και γιατί όχι άλλωστε; Ήταν σίγουρα μια καίρια παρέμβαση χάρη στην οποία είχαν ζήσει μια ευτυχισμένη ζωή, προστατευμένοι από κάθε κακό. Η Ιουλία, γεμάτη ευγνωμοσύνη γι’ αυτό το γεγονός, είχε αγοράσει δύο πανομοιότυπες εικονίτσες του αρχάγγελου Μιχαήλ και επέμενε να τις έχουν πάντα κοντά τους σαν φυλαχτά, όπου και αν βρίσκονταν, ακόμα και μέσα στο σπίτι.

Ο Γιάννης αναστέναξε απαλά, έσκυψε πάνω απ’ το κρεβάτι και τη φίλησε στο μάγουλο. Στη συνέχεια ξάπλωσε δίπλα της και περίμενε να τον πάρει απαλά-απαλά ο ύπνος.

Ερρικος Σμυρναιος, Copyright 2010

Απο το :  Ονειροπαρμένες Απάτητες Διαδρομές

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

%d bloggers like this: