Δώσαμε ρεεε…

Είναι καλοκαίρι  τα τζιτζίκια χτυπούν τις γνωστές ρουτινιάρικες υπερωρίες, η ζέστη μας σπάει τα νεύρα, οι λογαριασμοί και τα χαράτσια πάνε και έρχονται,  και  οι εντάσεις δεν έχουν τελειωμό.
Οδηγείς στην κουφόβραση με ανοιχτά παράθυρα για οικονομία και εκεί που παρκάρεις για να πιεις μια γουλιά νερό και να ξαποστάσεις, ανακαλύπτεις πόσο γκαντέμης είσαι…. γιατί έμεινες από τσιγάρα.
Την ατυχία μου μέσα…
Πετάγεσαι στο περίπτερο, στο απέναντι πεζοδρόμιο για προμήθειες και παρασύρεσαι από τα πρωτοσέλιδα των αναθεματισμένων εφημερίδων και ξεχνιέσαι.
Λογαριάζεις χωρίς τον ξενοδόχο, γιατί ένας


ορεξάτος τροχονόμος σε περιμένει με το γνωστό υπηρεσιακό υφάκι του στυλ “ρε ξέρεις ποιος είμαι εγώ;” και σου κόβει κλήση χωρίς έλεος για παράνομο παρκάρισμα.
Την ατυχία μου μέσα…
-Μα δυο λεπτά πήγα να πάρω ένα μπουκάλι νερό!
…προσπαθείς να δικαιολογηθείς μήπως και σε λυπηθεί ο νόμος…..χα! ας γελάσω…
-Λυπάμαι κύριε έχετε παρκάρει τέσσερα μέτρα από τη στάση.
… έρχεται η απάντηση ορθή κοφτή.
-Τι έκανα λέει; Πρώτη φορά το ακούω αυτό!
-Λυπάμαι κύριε το γράφει ο κώδικας οδικής κυκλοφορίας.
… αμείλικτο το όργανο.
-Μα….
-Καλή μέρα κύριε, ξέρετε τι θα κάνετε με την κλήση…
-Μέ…ρα… ξέρω ξέρω πως δεν ξέρω…
Σφίγγεις τα δόντια μπαίνεις στο αμάξι με την κλήση στα χέρια, καταπίνεις ότι βρισιά έχεις μάθει στη ζωή σου και σε πνίγει το δίκιο, γιατί δυο δρόμους παρακάτω, έξω από ένα σούπερ ντούπερ κομμωτήριο, το αυτοκίνητο μιας γνωστής συζύγου βουλευτού έχει διπλοπαρκάρει για να πάει για βαφή μαλλιών και πιστολάκι.
Ανοίγεις το ντουλαπάκι και πετάς μέσα την κλήση να κάνει παρέα με τις άλλες και βγάζεις το άχτι σου μαρσάροντας το αμάξι σου, επιδεικνύοντας την  δεξιοτεχνία σου στο βολάν στον πρώτο απρόσεκτο πεζό που τολμάει να βρεθεί στο δρόμο σου.
Καπνίζεις σαν φουγάρο και χτυπάει το κινητό … από το σπίτι μια απαρηγόρητη φωνή…
-Γιώργοοοοο ήρθε η ΔΕΗ!!
-ΚΙ ΕΓΩ ΤΙ ΦΤΑΙΩ;;;
…σου ξεφεύγει και  συνειδητοποιείς ότι εσύ θα πρέπει να κόψεις τον λαιμό σου, για να πληρώσεις τα σπασμένα, του κάθε… (παλιομπίμπιπ). Και της κλείνεις το τηλέφωνο στη μούρη… λες κι αυτή έστειλε το λογαριασμό της ΔΕΗ στο σπίτι σου!
Οδηγείς και κάνεις προσθέσεις – αφαιρέσεις, να δεις από που θα κόψεις για να καταφέρεις να τα φέρεις βόλτα. Δυστυχώς τα κουκιά είναι μετρημένα και δεν φτάνουνε ούτε για σάλιο!
Τελευταίο φανάρι, στροφή δεξιά, παρκάρεις τσίμα τσίμα σε ένα κάδο σκουπιδιών, κλειδώνεις και επιτέλους… σπίτι μου σπιτάκι μου.
Ανοίγεις την πόρτα… και τι θέαμα… η γυναίκα σου ξαπλωμένη στον καναπέ, βλέπει κουτσομπολίστικα στην πλανεύτρα τηλεόραση. Η σιδερώστρα φάτσα μόστρα, ρούχα διπλωμένα παντού, λεκάνες μανταλάκια… και σου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι.
-Τι έγινε ρε Σοφία… τι ακαταστασία είναι αυτή; Γυρίζω κουρασμένος σπίτι μου να ρημαδοφάω ένα πιάτο φαί και εσύ αραχτή και light;
-Βρε Γιώργο… προσπαθεί εκείνη να δικαιολογηθεί.
-Τουλάχιστον πρόλαβες να μαγειρέψεις ή να πάω να τηγανίσω κανένα αυγό;
-Το τραπέζι είναι στρωμένο, μέχρι να πλύνεις τα χέρια σου εγώ θα σερβίρω.
Είναι βουρκωμένη… την βλέπεις… και δεν σου καίγεται καρφί.
(Τι έγινε ρε Γιώργο… κάνε κάτι…. την στεναχώρησες ρεεε…)
Κάθεσαι στο τραπέζι να φας και είσαι ήδη προκατειλειμένος. Η φέτα είναι αλμυρή, το ψωμί είναι χθεσινό και πάει λέγοντας.
Η Σοφία δεν λέει λέξη, τσιμπολογάει στο πιάτο της και υπομένει την καφρίλα σου ηρωικά.
Και ανοίγει η πόρτα και βγαίνει το καμάρι σου και…..
-Πατέρα χτύπησε ο σκληρός και…
-Ποιός χτύπησε;;
Και μέχρι να σου εξηγήσει ο γιος το πρόβλημα και το κόστος της ζημιάς, το φαγητό δεν τρώγεται γιατί το «βλέπεις νά ‘ρχεται». Ακούς το ποσό και για να μην γίνει φονικό, σηκώνεσαι και με τη μπουκιά στο στόμα, ανοίγεις την πόρτα και φεύγεις δίχως δεύτερη σκέψη.
Κάθεσαι στο κεφαλόσκαλο για να σκεφτείς και συνειδητοποιείς ότι είσαι ανήμπορος να παλέψεις.
Τα μέτωπα είναι πολλά και εσύ αποφασισμένος να τα βροντήξεις και να φύγεις για το πουθενά.
Μπαίνεις αποφασμένος στο αμάξι και οδηγείς συνετά αυτή τη φορά, γιατί σκέφτεσαι.
Σε πιάνει το φανάρι εσύ στον κόσμο σου. Πίκρα μαυρίλα.
Γυρίζεις μηχανικά το κεφάλι σου δεξιά και μια χαρούμενη φατσούλα, κολημένη στο παράθυρο του διπλανού αυτοκινήτου, σου στέλνει φιλάκια και σου βγάζει τη γλώσσα…
… και σε πιάνουν τα γέλια και ανταποδίδεις ανάλογα και τότε το παιδάκι σου δείχνει κάτι ψηλά στον ουρανό: Ένα μεγάλο μπαλόνι σε έναν καταγάλανο ουρανό… που έχεις ξεχάσει ότι υπάρχει.
Ανάβει το φανάρι, ρίχνεις μια τελευταία ματιά στη φατσούλα, χαμογελάς και βάζεις μπρος.
Όλα άλλαξαν δια μαγείας, η διάθεσή σου το κυριότερο. Αρπάζεις το κινητό και παίρνεις τηλέφωνο τη Σοφία. Την ώρα που σχηματίζεις τον αριθμό, η εικόνα των βουρκωμένων ματιών της, περνάει από μπροστά σου…
… και σε πιάνει νοσταλγία… γιατί αυτά τα βουρκωμένα καταπράσινα μάτια, πριν κάμποσα χρόνια τα έβλεπες και έλυωνες… και τώρα;;;
«Αποξένωση» μουρμουρίζεις… «ναι αλλά δεν φταίω μόνο εγώ»… πας να την βγάλεις καθαρή.
Και αποφασίζεις πως… «Και το Σοφάκι φταίει».
Αφέθηκε, κυκλοφορεί με μια φαρδιά άχαρη ρόμπα «που την βολεύει», όπως ισχυρίζεται, περπατάει στο σπίτι σέρνοντας εκείνες τις ρημαδιασμένες πουά παντούφλες και τα νεύρα σου γίνονται τσατάλια… τα μαλλιά τρικολόρε…
«Εντάξει… εντάξει… καταλάβαμε μεγάλε… θα μπορούσες να πεις κυκλοφορεί απεριποίητη και καθάρισες. Φτάνει το θάψιμο! Εσύ τα χάλια σου τα είδες στον καθρέφτη; Ή σου έκοψε ο έρμος την καλημέρα;»
Συνειδητοποιείς την μαύρη αλήθεια… πως η ρουτίνα, τα οικονομικά ζόρια και τα χρόνια που κυλούν και φεύγουν τα ρημάδια, σε ρουφούν στη δίνη της αποξένωσης και σε καταπίνουν.
Το γλυκόλογο έγινε βρισιά, το φιλί αγγαρεία, η καλημέρα απαγορευμένη λέξη, η καληνύχτα δεν πα να…  και η αγκαλιά… ΠΟΥ ΠΗΓΕ Η ΑΓΚΑΛΙΑ;;;
Τι απέμεινε;;
Ο δικός σου άνθρωπος μόνος… και εσύ μια από τα ίδια…
Και τα παίρνεις επιτέλους στο κρανίο και ξυπνάς.
«Ρε εγώ δεν ήμουν έτσι! Ρε εγώ το Σοφάκι τ’ αγαπάω… (και αυτή δεν λέω)!»
Αρπάζεις το κινητό…
«Σοφάκι πλύσου ντύσου έρχομαι…»
«Μα Γιώργο μαγειρεύω και…»
Και της τραγουδάς αβίαστα, αγαπησιάρη Πάριο…Σοφάκι αφιερωμένο… «Εγώ και συ πάμε μαζί και φοβάσαιαιαι… εγώ κι εσύ κι ας έχει βάσανα η ζωήηηη…»
Ακούς το αβίαστο γέλιο της και νιώθεις άρχοντας γιατί την έκανες επιτέλους να γελάσει.
Φτάνεις σπίτι φουριόζος, κλέβεις ένα κλαδάκι βασιλικό από τη γλάστρα της γειτόνισσας, και την ώρα που βάζεις το κλειδί στην πόρτα… ανοίγει το Σοφάκι σου.
«Ζαργάνα μου ΚΑΡΔΟΥΛΟΜΠΑΡΜΠΟΥΝΑΡΑ ΜΟΥ! Βρε τι ομορφιές είναι αυτές;»
Τα ψιλοχάνει και με το δίκιο της. Πέφτει στην αγκαλιά σου ευτυχισμένη χαρούμενη και στο μεταδίδει και η καρδιά σου χτυπά, νταπα ντουπ….νταπα ντουπ…
«Βρε άει σιχτίρ όλοι σας», λες από μέσα σου, «που θα με τρελάνετε και θα με στείλετε στον τάφο μίζερο και δυστυχή μια ώρα αρχήτερα λες και σας το χρωστάω παλιο.. μπίμπιπ».
Όχι ρε ρεμάλια δεν μας βουλιάξετε στην απελπισία, θα το παλέψουμε και θα ψάξουμε παρέα με το Σοφάκι όλα τα μπαλόνια στον καταγάλανο ουρανό, και θα γελάσουμε και μπορεί και να κλάψουμε γιατί είμαστε άνθρωποι, αλλά η ζωή είναι όλη δική μας ρε ρεμάλια και οι μίζερες προσφορές και οι υποσχέσεις τέλος… ΤΕΛΟΣ!
Δώσαμε ρεεε…
Άντε γιατί παραγνωριστήκαμε!
Σοφάκι…. τσίμπα μυρωδάτο κλεμένο βασιλικό… πιάσε με αγκαζέ και…
Είμαι καλά βρε ζωή και ας δακρύζωωωω…(άσμα)

.

Μέλια

Τα σχολια για ενα μπλογκερ ειναι σαν το χειροκροτημα για τους καλλιτεχνες.Πητε μας τη γνωμη σας ελευθερα ,μονο να μην εχει υβρεις και να ειναι κοσμιο.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: