“Είναι τρελλός. Αυτός ο άνθρωπος είναι τρελλός!”


Ο Γιώργος γνώρισε την Εύα στο Λονδίνο. Παντρεύτηκαν, αλλά κράτησε κρυφό το γάμο τους! Όχι μόνο από τον πατέρα του, αλλά και από τη μητέρα του. Δεν τόλμησε ούτε σ’ αυτήν να το πει.
evaGpapandreou
Η Εύα βοήθησε αποτελεσματικά τον Γιώργο στις σπουδές του. Και στο τέλος, η Εύα ήταν εκείνη που έγραψε την πανεπιστημιακή διατριβή με την οποία ο Γιωργάκης Παπανδρέου πήρε το περιπόθητο “χαρτί”. Ύστερα το νέο ζευγάρι αποφάσισε να έλθει και να εγκατασταθεί στην Ελλάδα. Η απόφαση αυτή ήταν για την Εύα μεγάλη θυσία, γιατί ήδη της είχε προσφερθεί μια θαυμάσια σταδιοδρομία στη Γενεύη. Ο Γιώργος όμως επέμενε να εγκατασταθούν στην Ελλάδα. Ήθελε να κάνει πολιτική καριέρα βασιζόμενος στον πατέρα του. Και η Εύα έβλεπε ότι τόσο ο άντρας της όσο και η Μάργκαρετ, παρά τις ψυχρότατες σχέσεις τους με τον Ανδρέα, δεν ήσαν διατεθειμένοι να χάσουν τη μεγάλη ευκαιρία. Έβλεπαν ότι το ΠΑΣΟΚ χτυπούσε ήδη την πόρτα της Εξουσίας.

Στην Ελλάδα, η Εύα ένιωσε γρήγορα τον πρώτο ισχυρό κλονισμό: Την πρώτη μέρα που έφαγαν στο Καστρί με τον Ανδρέα και την Μάργκαρετ, διαπίστωσε με οδυνηρή κατάπληξη ότι ο Ανδρέας και η Μάργκαρετ αγνοούσαν ότι ήταν η σύζυγος του γυιου τους. Της φερόντουσαν σαν να είχαν μπροστά τους μια … “καλή φίλη” του Γιώργου από το Λονδίνο!
Κάποια μέρα βέβαια έμαθε και το Καστρί ότι ο Γιώργος και η Εύα είχαν κάνει πολιτικό γάμο στο Λονδίνο. Εδώ όμως ήταν Ελλάδα, και καθώς το νεαρό ζευγάρι άρχιζε σιγά-σιγά να αποκτά τον δικό του κύκλο, ανέκυπτε εκ των πραγμάτων η ανάγκη να γίνει και θρησκευτικός γάμος, αφού στη χώρα μας δεν είχε ακόμα νομοθετηθεί ο πολιτικός γάμος και οι πολιτικοί γάμοι Ελλήνων που είχαν τελεσθεί στο εξωτερικό εθεωρούντο ανυπόστατοι, δηλαδή σαν να μην είχαν γίνει ποτέ.
Αυτό δημιουργούσε ψυχολογικό πρόβλημα για την Εύα, πολύ περισσότερο όταν σκεπτόταν ότι θα γινόταν και μητέρα και ήξερε ότι το παιδί τους δεν θα μπορούσε να δηλωθεί ως γνήσιο στα ελληνικά ληξιαρχεία. Έθεσε, λοιπόν, στον Γιώργο ζήτημα θρησκευτικού γάμου. Και τότε βρέθηκε μπροστά σε μια οδυνηρή έκπληξη: ο Γιώργος Παπανδρέου της δήλωσε ορθά-κοφτά ότι σε καμιά περίπτωση δεν είχε σκοπό να κάνει θρησκευτικό γάμο γιατί, όπως της είπε, ήταν εκ πεποιθήσεως άθεος! Στην παρατήρηση της Εύας ότι θα υπήρχε πρόβλημα νομιμότητας του παιδιού τους αν έμενε έγκυος, ο Γιώργος της έδωσε την απάντηση ότι αμέσως μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, ο πατέρας του θα περνούσε το νόμο για την αναγνώριση του πολιτικού γάμου και θα λυνόταν το πρόβλημα.
Άρχιζαν όμως έτσι οι απογοητεύσεις και οι ανησυχίες της Εύας. Έβλεπε ότι είχε γίνει μέλος μιας οικογένειας όπου ο μόνος θεός ήταν το συμφέρον και τίποτε άλλο. Η πλήρης αθεΐα του Γιώργου δεν ήταν μια απλή αδιαφορία ενός νέου ανθρώπου απέναντι στη θρησκεία και τις τελετουργίες της, όπως είχε υποθέσει στην αρχή η Εύα. Ήταν μια σκληρή πεποίθηση, ζυμωμένη μέσα σ’ ένα περιβάλλον άκρατου ατομισμού. “Δεν υπάρχει αγάπη σ’ αυτή την οικογένεια”, μου είπε σε κάποια στιγμή η Εύα Παπανδρέου. “Δεν υπάρχουν αισθήματα. Υπάρχει μόνο το συμφέρον του καθενός”.
Μετά τη νίκη του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του 1985 ο Γιώργος παρουσιάστηκε απέναντι στην Εύα αποφασισμένος πια για οριστική ρήξη και διάλυση του γάμου τους. Επικρατούσε και πάλι κλίμα γενικής ευφορίας στο Καστρί και η Εύα έβλεπε τον άντρα της ακόμα πιο ψυχρό και αλαζονικό στις μεταξύ τους σχέσεις. Αντίθετα ο Ανδρέας Παπανδρέου φαινόταν να έχει καταλάβει ότι αυτή θα ήταν η τελευταία περίοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία. Η διαφορά μόνο 5% σε ψήφους από τη Νέα Δημοκρατία το 1985 αντί του 12% του 1981, σε συνδυασμό και με την κακή εξέλιξη των οικονομικών της χώρας, είχαν οδηγήσει τον Ανδρέα στη σκέψη ότι το ΠΑΣΟΚ δεν θα μπορούσε να ελπίζει ότι θα ξανακερδίσει τις εκλογές. Αυτός ήταν ένας πρόσθετος λόγος για τον οποίο ο Ανδρέας υπέφερε τώρα πιο συχνά από τις γνωστές “καταθλίψεις” του και ήταν βέβαιο ότι σύντομα θα αναζητούσε τις πρόσκαιρες “δραπετεύσεις” του από την πραγματικότητα σε μια καινούρια ερωτική περιπέτεια όπως και έγινε με τη Δήμητρα Λιάνη.
Σ’ αυτές τις “καταθλίψεις” του Ανδρέα η Εύα αποδίδει το ότι η Μάργκαρετ εμφανίζεται και πάλι ισχυρή στο πλευρό του ύστερα από κάθε εξωσυζυγική ιστορία του.
“Όταν μιλάμε για κατάθλιψη του Ανδρέα, είναι πολύ δύσκολο να φανταστεί κάποιος τι συμβαίνει σε μια τέτοια περίπτωση, αν δεν έχει δει τον Ανδρέα σ’ αυτή την κατάσταση”, λέει η Εύα. “Μόνο ένας άνθρωπος που τον ξέρει καλά από χρόνια μπορεί τότε να τον πλησιάσει και να του φερθεί όπως πρέπει και αυτό ξέρει και το εκματαλλεύεται στο έπακρο η Μάργκαρετ.”
Για τον Γιώργο Παπανδρέου, όμως, δεν υπήρχαν τέτοιου είδους… επιστροφές. Αλλά και η Εύα δεν ήταν διατεθειμένη να δέχεται αδιαμαρτύρητα την αδιαφορία, την ψυχρότητα και την άτακτη εξωσυζυγική ζωή του άντρα της, όπως της είχε συστήσει ως… συμφέρουσα λύση η πεθερά της!
Στις παραμονές των Χριστουγέννων του 1985, η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο: Ο Γιώργος ανακοίνωσε ξαφνικά στην Εύα ότι θα έφευγε “μόνος του” για τα βουνά της Ιταλίας, για να κάνει… σκι και να ξεκουραστεί!
“Τα χασα λέει η Εύα. Είχα καλέσει φίλους μας για την Πρωτοχρονιά και του είπα ότι θα γινόμαστε ρεζίλι, αλλά ο Γιώργος έφτιαχνε κιόλας τις βαλίτσες του. Κάποια στιγμή του είπα πως δεν ήταν σωστό να αφήσει το σπίτι του και το μικρό παιδί του τέτοιες μέρες. Η απάντησή του ήταν ότι το παιδί είναι ακόμα μικρό… και δεν καταλαβαίνει!”
Παρά την προειδοποίηση της γυναίκας του ότι το ταξίδι του αυτό μπορούσε να έχει σοβαρές συνέπειες, ο Γιώργος Παπανδρέου έφυγε με τη “συντροφιά” του για να περάσει τις υπόλοιπες μέρες των εορτών με τους δικούς της στο Λονδίνο, αποφασισμένη και να τους ενημερώσει για το τέλος της έγγαμης συμβίωσής της με τον Γιώργο.
Θα μεσολαβούσε όμως αναγκαστικά μια συνάντηση με όλη την οικογένεια Ανδρέα Παπανδρέου, γιατί είχε ήδη ορισθεί ένα γιορταστικό οικογενειακό γεύμα στο Καστρί. Η Εύα πήρε το παιδί της και πήγε στο Καστρί. Δεν είχε την πρόθεση να χαλάσει την ατμόσφαιρα συζητώντας ειδικά εκείνη τη μέρα το πρόβλημά της και την τροπή που είχαν πάρει οι σχέσεις της με τον Γιώργο, υπολόγιζε όμως ότι κάποιος θα ρωτούσε γιατί πήγε μόνη της, ότι κάποιος θα ενδιαφερόταν να μάθει πού είναι ο Γιώργος. Τίποτα τέτοιο δεν συνέβη. Κατάπληκτη έβλεπε να προσποιούνται όλοι τον… ανήξερο! Σαν να μην είχε γίνει αντιληπτή από κανένα η απουσία του Γιώργου Παπανδρέου από το Χριστουγεννιάτικό τραπέζι και από την Αθήνα, ενώ ήταν φανερό ότι όλοι τους ήξεραν πολύ καλά τα καθέκαστα.
Η Εύα έφυγε για το Λονδίνο, γύρισε μετά από μερικές ημέρες και είδε ότι ο Γιώργος είχε επιστρέψει στο σπίτι τους πριν απ’ αυτήν, είχε πάρει τα πράγματά του και είχε εγκατασταθεί αλλού.
Σε τέτοιες περιπτώσεις εμφανίζονται πρωτοβουλίες συγγενών και φίλων για να μη χωρίσει το ζευγάρι, ιδιαίτερα όταν υπάρχει ένα μικρό παιδί. Υπήρξαν τέτοιου είδους προσπάθειες. Γρήγορα όμως φάνηκε ότι η οικογένεια Παπανδρέου δεν ενδιαφερόταν τόσο να σωθεί αυτός ο γάμος όσο να μην υπάρξει “σκάνδαλο” που θα μπορούσε να βλάψει  πολιτικά. Αυτό το συμπέρασμα βγάζει η Εύα Παπανδρέου από τις τρομερές πιέσεις και από τις απειλές που εκτοξεύτηκαν  εναντίον της αλλά και από τη συμπεριφορά της οικογένειεας Παπανδρέου προς τον Γιώργο: Έμμεσα τον ενθάρρυναν να χωρίσει. Το πρώτο δείγμα ήταν η παραχώρηση στον Γιώργο του σπιτιού του Ψυχικού για να εγκατασταθεί εκεί. Ως διά μαγείας, δηλαδή οι Παπανδρέου έπαψαν να έχουν “ανάγκη” το… εισόδημα από το νοίκι! Δεν ήταν μόνο αυτό. Άφθονο έρρευσε το χρήμα για να επιπλώσει ο Γιώργος τη βίλλα του Ψυχικού, την οποία αρνιόνταν να παραχωρήσουν στο ζευγάρι τον καιρό που υπήρχε πραγματική ανάγκη. Η Εύα Παπανδρέου υπολογίζει ότι τότε δόθηκαν στο Γιώργο πάνω από 5.000.000 δραχμές για την εγκατάστασή του στο Ψυχικό. Και επί πλέον ο πατέρας του του αγόρασε καινούριο αυτοκίνητο, ένα πολυτελές GOLF GTI, το οποίο ο Γιώργος Παπανδρέου αγάπησε σαν να ήταν… ζωντανό! “Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός”, λέει η Εύα, “ότι όταν στις 29 Ιουνίου του 1986, ο Γιώργος τράκαρε αυτό το αυτοκίνητο, δεν μπόρεσε να κρατηθεί και άρχισε να κλαίει σαν μικρό παιδί”!
Ο Γιώργος Παπανδρέου είχε “ζηλέψει” εκείνο το αυτοκίνητο από τότε που είχε δει ένα παρόμοιο, με μεταλλικό ασημί χρώμα, στο πάρκινγκ της Βουλής.
“Τίνος είναι αυτό;”, ρώτησε τότε τον τροχονόμο.
“Της κυρίας Ακρίτα”.
“Ακούς εκεί! Ορίστε μας τώρα! Η Σύλβα με … GTI!”, έλεγε και ξανάλεγε ο Γιωργάκης.

Η Εύα Παπανδρέου συνάντησε τον Πρωθυπουργό πεθερό της λίγες μέρες πριν από το επίσημο ταξίδι του στην Κίνα. Αυτή τη φορά, όμως, είδε μπροστά της έναν Ανδρέα που δεν είχε ξαναδεί και που ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι θα της φερόταν όπως της φέρθηκε εκείνη την ημέρα.
Ο Ανδρέας ήταν αγριεμένος και ιταμός. “Άκου εδώ”, της είπε, “δεν θα εκβιάσεις εσύ το γυιό μου. Θα του δώσεις και το παιδί και το διαζύγιο εδώ και τώρα. Πριν φύγω για την Κίνα θα έχεις υπογράψει τα χαρτιά. Ο γυιός μου έχει δικαίωμα να ξαναπαντρευτεί. Και μην τολμήσεις να πας στη Δικαιοσύνη. Αν πας στη Δικαιοσύνη θα σε εξοντώσω, θα σε λιώσουμε. Ο γυιός μου έχει δικαιώματα! Το νόμο τον έφτιαξα για να είναι οι άνδρες ελεύθεροι από σας τις γυναίκες!”
“Και νομίζετε ότι με 20.000 το μήνα μπορώ να ζήσω;”, ρώτησε απελπισμένη η Εύα. “Αυτό που σου λέω! Αυτά τα λεφτά και ούτε δραχμή παραπάνω!”.
Βγαίνοντας από το Καστρί η Εύα Παπανδρέου μονολογούσε: “Είναι τρελλός. Αυτός ο άνθρωπος είναι τρελλός!”
πηγή  Από το βιβλίο “Η Εύα Γεωργίου Παπανδρέου αποκαλύπτει”

ΠΗΓΗ:greekvoices.blogspot.com
Advertisements

Οι ρίζες της σημερινής μας οικονομικής χρεωκοπίας βρίσκονται στο μαύρο καλοκαίρι της Κυπριακής Τραγωδίας του 1974

Kίμωνος, του Αθηναίου *

Η μεταπολιτευτική δημοκρατία γεννήθηκε πάνω στα ερείπια μιας μεγάλης εθνικής καταστροφής, την οποία ξεπερνά σε σημασία μόνο ο ξεριζωμός του Ελληνισμού της Ιωνίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης. Οι μέρες που διάγουμε σηματοδοτούν την οριστική κατάρρευση της μεταπολίτευσης, υπό το βάρος της οικονομικής χρεωκοπίας της χώρας.  Όμως, πολύ πριν χρεωκοπήσει οικονομικά, η μεταπολιτευτική μας δημοκρατία είχε χρεωκοπήσει ηθικάΗ σημερινή της κατάρρευση, μέσα σε μία ατμόσφαιρα σήψης, αποσύνθεσης και ηθικής παρακμής, ήταν προδιαγεγραμμένη και έχει σε μεγάλο βαθμό τις ρίζες της σε εκείνο το μαύρο καλοκαίρι του 1974. Την προδίκασε η αδυναμία της, ή ακριβέστερα η συνειδητή της άρνηση, να αποκαθάρει το άγος του πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής και να αποδώσει δικαιοσύνη για  την Κυπριακή Τραγωδία. Τιμωρώντας όσους άνοιξαν την Κερκόπορτα στο Πεντεμίλι της Κυρήνειας και τιμώντας όσους προέταξαν τα στήθη τους, υπερασπιζόμενοι τέσσερις χιλιάδες χρόνια ελληνικής ιστορίας στο νησί του Ευαγόρα.
Δεν υπάρχει τίποτα το μεταφυσικό σε αυτή τη διαπίστωση. Ούτε η μοίρα της ελλαδικής κοινωνίας το είχε γραμμένο – για όσους την θεωρούν πλοηγό της ζωής, ούτε ο Θεός μας τιμώρησε – για όσους πιστεύουν στην ύπαρξή Του. Απλά, η ηθική συγκρότηση μιας κοινωνίας, αποτελεί ασφαλή οδηγό και πρόκριμα για την κατάληξή της. Μία κοινωνία που ανέχτηκε τον ενταφιασμό της διερεύνησης των ευθυνών για μία τέτοια εθνική καταστροφή, ήταν θέμα χρόνου να συναντήσει την επόμενη. Τριάντα πέντε (και κάτι) χρόνια μετά, είναι ασήμαντος ιστορικός χρόνος. Θα μπορούσε να είχε συμβεί αργότερα, ή και νωρίτερα, ήταν όμως νομοτελειακό πως η κατάρρευση θα ερχόταν. Τα συμπτώματα της Ύβρεως που διαπράχθηκε ήσαν πολλά και εξόφθαλμα αλλά και το δέλεαρ που έπεισε το κοινωνικό σώμα να ανεχθεί τη συγκάλυψη, κι αυτό ήταν ευδιάκριτο.

Η Ύβρις υπήρξε τεράστια, ανήκουστη. Κανείς δεν τιμωρήθηκε για την ανείπωτη Τραγωδία! Οι στρατηγοί, ναύαρχοι, πτέραρχοι, και ό,τι άλλο τέλος πάντων ήταν τότε, που σχεδίασαν και εκτέλεσαν το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου (ή δεν έκαναν τίποτα για να το εμποδίσουν, αρκούμενοι στο να μιλούν με τους Αμερικανούς και τον ξένο «παράγοντα»), έζησαν – ή ζουν ακόμα – εν τιμή, απολαμβάνοντας τίτλους, συντάξεις και προνόμια. Όσοι ολιγώρησαν μπροστά στον εισβολέα (ενώ ίσως είχαν αποδειχθεί «λιοντάρια» στο πραξικόπημα), δεν ελέγχθηκαν ποτέ. O θλιβερός θίασος που υποδυόταν την «ελληνική κυβέρνηση» κατά το πραξικόπημα και την πρώτη φάση της τουρκικής εισβολής, δεναντιμετώπισε ποτέ τη δικαιοσύνη. Οι πολιτικοί άνδρες που ανέλαβαν τα ηνία στις 23 Ιουλίου, δεν έδωσαν ποτέ εξηγήσεις για όσα έκαναν ή, το κυριότερο, παρέλειψαν να κάνουν, για να υπερασπιστούν την μεγαλόνησο από την ολοφάνερα επικείμενη δεύτερη φάση των επιχειρήσεων.
Απεναντίας, όσοι ρίχτηκαν στις 20 Ιουλίου στον αγώνα, με το πάθος που πραγματικά ταίριαζε σε όσους αξιώθηκαν τέτοια τιμή, υβρίστηκαν, συκοφαντήθηκαν και αφέθηκαν ανενδοίαστα στη λήθη, στην αδιαφορία και στην απαξίωση. Και όσοι από αυτούς είχαν την ατυχία να απωλέσουν τη σωματική τους αρτιμέλεια ή την ψυχική και σωματική τους υγεία, υπέστησαν απίστευτους εξευτελισμούς από τη μεταπολιτευτική μας δημοκρατία. Οι νεκροί, οι τραυματίες, οι αγνοούμενοι,  οι πρόσφυγες, τα ορφανά, οι κακοποιημένες γυναίκες της εισβολής, αφέθηκαν να ξεχαστούν. Τι τύχη είχε μία δημοκρατία που διαπράττει τέτοια ανομία; Δεν ήταν φανερό πού θα κατέληγε;
Η Κυπριακή Τραγωδία του 1974 δεν είναι όμως ένα οποιοδήποτε γεγονός. Πρόκειται για μία πολιτικο-στρατιωτική ήττα που σημαδεύει ανεξίτηλα την Ιστορία του Έθνους και υποθηκεύει το μέλλον του Ελληνισμού σε μία πανάρχαια κοιτίδα του.  Τι είδους δημοκρατία είναι αυτή που αρνείται να διερευνήσει τα αίτια ενός τέτοιου εφιάλτη, επικαλούμενη πως θα διαταραχθούν οι σχέσεις της χώρας με τον «ξένο παράγοντα»; Τι είδους κοινωνία είναι αυτή που ανέχεται, λιγότερο από δεκαπέντε χρόνια μετά την τραγωδία, υποκριτικό «άνοιγμα» του φακέλου της Κύπρου για να εξυπηρετηθούν εκλογικές σκοπιμότητες της στιγμής; Δεν της αξίζει να καταρρεύσει μέσα στη γενική καταισχύνη; Μία δημοκρατία που αφήνει άταφους και λησμονημένους τους ήρωές της και ατιμώρητους τους υπεύθυνους μίας ιστορικής καταστροφής, επειδή «…ανακύπτει κίνδυνος να προκύψουν γεγονότα ικανά να διαταράξουν τας διεθνείς σχέσεις της Ελλάδος μετ’ άλλων κρατών…», δεν έχει προδιαγράψει το μέλλον της; Δεν ήταν φανερό πως η κοινωνία της θα άκουγε κάποτε  έναν gauleiter από την Εσπερία να δηλώνει ωμά πως «η εθνική κυριαρχία των Ελλήνων θα περιοριστεί σε μεγάλο βαθμό»;
Ξέρω πως πολλοί θα καγχάσουν με όσα υποστηρίζει αυτό το σημείωμα. «Τι σχέση έχει», θα πούν, «η οικονομική μας χρεωκοπία, με τα όσα έγιναν το καλοκαίρι του 1974»; “Its the economy stupid!”, θα φωνάξουν οι γιάπηδες του LSE και του Harvard. Ποιά Κύπρος; Εδώ μιλάμε για ΑΕΠ, spreads, CDS, το διογκωμένο δημόσιο, τα swaps,  τι είναι αυτά που μας λές;  Πικρό και παγωμένο θα είναι όμως το γέλιο τους. Γιατί όλοι ξέρουμε πως μία κοινωνία χρεωκοπεί οριστικά, μόνο όταν διαλυθεί το σύστημα αξιών της. Αυτό είναι που της επιτρέπει να σταθεί όρθια και να αντέξει φυσικές και οικονομικές καταστροφές, πολέμους, αναποδιές και δυστυχίες. Η ελλαδική κοινωνία υπονόμευσε το σύστημα αξιών της, όταν απέστρεψε το πρόσωπο από την κυπριακή τραγωδία, για να κυνηγήσει την επίπλαστη οικονομική ευμάρεια της μεταπολίτευσης. Και τώρα είναι γονατισμένη και ανίκανη να αντιδράσει. Θα στοιχημάτιζε κανείς, έστω και μία πεντάρα, πως η ελλαδική κοινωνία έχει τη δύναμη να αντέξει μία πτώχευση; Γιατί, το δίλημμα του αν μπορεί να αντέξει κάτι πιο επώδυνο (όπως π.χ. την ανάγκη να υπερασπιστεί ενόπλως την ανεξαρτησία και την ακεραιότητά της), αρνούμαι ακόμη και να το εκφέρω ….
Πιστεύω πως η προσπάθεια που έκανε η κοινωνία μας να αποστρέψει το πρόσωπο από (τις ευθύνες της και το χρέος της προς) την Κύπρο, οδήγησε σε  καταστάσεις περίεργες. Η πολιτική μας ηγεσία, γιορτάζει κάθε χρόνο στις 24 Ιουλίου την επάνοδο της Δημοκρατίας, με μία glamorous (παλαιότερα τουλάχιστον) δεξίωση της Προεδρίας. Η δεξίωση αυτή και ο χρόνος τέλεσής της, ενσαρκώνει την τραγωδία που ανεπίγνωστα μάλλον, έζησε η δική μου γενιά – η γενιά της μεταπολίτευσης, των σημερινών πενηντάρηδων. Ποτέ δεν κατάφερα να συνέλθω από την διαπίστωση πως  την ώρα εκείνη, της 23ης Ιουλίου του 1974, που εγώ ανέμιζα μία σημαία στην Αθήνα πανηγυρίζοντας για την κατάρρευση της δικτατορίας, κάποια παιδιά της γειτονιάς μου, της πόλης μου, του συγγενικού μου κύκλου, της διπλανής πόρτας τελικά, πέθαιναν μαχόμενοι στην Κυπριακή Γή, σε μία μάχη αισχρά προδομένη.
Την ίδια ακριβώς ώρα που εγώ ανέμιζα τη σημαία και όλοι γύρω μου πανηγύριζαν, στην Κύπρο, η ΕΛΔΥΚ υπερασπιζόταν το στρατόπεδό της και τα όπλα της έπαιρναν φωτιά. Η ελλαδίτικη Α’ Μοίρα Καταδρομών έθαβε 30 καρβουνιασμένα παλικάρια, θύματα της γελοιότητας αυτών που δεν λογοδότησαν ποτέ, και έπαιρνε θέση για τη μάχη που κράτησε ελεύθερο το αεροδρόμιο της Λευκωσίας. Η 33η Μοίρα Καταδρομών είχε παραδώσει στην αγκαλιά του Πενταδάκτυλου τον Ταγματάρχη Κατσάνη και στην Αθανασία τους 120 αξιωματικούς και καταδρομείς της που προσπάθησαν να κλείσουν με τα κορμιά τους το ρήγμα της Κυρήνειας, από όπου έμπαινε σιδερόφρακτος πια ο Αττίλας. Η 31η Μοίρα Καταδρομών αγρυπνούσε φυλάγοντας τη ρημαγμένη Κυπριακή Γή, ανασταίνοντας με τη λαμπρή της δράση από τον Πενταδάκτυλο ως το Πυρόι, το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων του Πλαστήρα. Και η Δόξα μελετούσε το ανάστημα του Παύλου Κουρούπη, του Ελευθέριου Τσομάκη και των λαμπρών συμμαχητών τους, που διάλεξαν να στοιχειώσουν την Κυρήνεια με τη θυσία τους, παρά να φύγουν. Εμείς όμως στην Αθήνα, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, τίποτα από αυτά δεν γνωρίζαμε και τίποτα από αυτά δεν φαινόταν να μας νοιάζει. Το πανηγύρι της Μεταπολίτευσης, μόλις είχε ξεκινήσει. Δεν το σταματούσε ούτε η κλαγγή των όπλων, ούτε ο ορυμαγδός της μάχης από τη μαρτυρική Κύπρο. Δεν το σταμάτησε ούτε ο Αττίλας ΙΙ. Μόνο τώρα πια σταματάει, μάλλον με τον τρόπο που του άξιζε ….
Θα πρότεινα στο σημείο αυτό, πριν αποτιμήσει ο αναγνώστης τα όσα έγραψα σε αυτό το σημείωμα, να κάνει λίγο ακόμα υπομονή, και να γυρίσει τη ματιά του 80 χρόνια πίσω, για να κάνει μία σύγκριση. Για να σκεφτεί, αν ο ισχυρισμός του σημειώματος αυτού πως η ρίζα της χρεωκοπίας βρίσκεται στην απροθυμία της ελλαδικής κοινωνίας να αποκαθάρει το άγος του 1974, έχει κάποια βάση. Το Σεπτέμβρη του 1922, φαινόταν να καταρρέει όχι μόνο η «Μεγάλη Ιδέα» αλλά ολόκληρο το Ελληνικό Κράτος. Τελείωνε με το χειρότερο δυνατό τρόπο μία πολεμική περιπέτεια δέκα ετών.  O διπλασιασμός της εδαφικής έκτασης της χώρας (1912-13) κινδύνευε να εξανεμιστεί από την οδυνηρή ήττα στη Μικρά Ασία, που έθετε σε κίνδυνο την ύπαρξη του Έθνους. Τα πάντα κατέρρεαν. Τα θλιβερά απομεινάρια μιας ένδοξης Στρατιάς διέρρεαν σε αποσύνθεση, μαζί με πλήθη προσφύγων που ετοιμάζονταν να περάσουν το Αιγαίο και να έλθουν στην ηπειρωτική Ελλάδα.
Ας κάνει τώρα ο αναγνώστης ένα μικρό χρονικό άλμα: μόλις 18 χρόνια μετά, και μάλιστα ύστερα από μία περίοδο ανώμαλου πολιτικού βίου και αλλεπάλληλων στρατιωτικών κινημάτων,  μία επίσημη χρεωκοπία (1932) και μία τετράχρονη δικτατορία, το ίδιο Έθνος έγραφε την εποποιία του ’40, γονατίζοντας κυριολεκτικά (τη μία) και ηθικά (την άλλη), δύο αυτοκρατορίες της εποχής. Πώς επετεύχθη αυτό; Θα είχε συμβεί αν δεν είχε αποκαθαρθεί το άγος της Μικρασιατικής Καταστροφής με την δίκη και την εκτέλεση των 6; Θα είχε καταφέρει χωρίς αυτή την κάθαρση, η ηγεσία της εποχής, να συγκροτήσει τη Στρατιά του Έβρου και να επιτύχει τους όρους της Λωζάνης; Θα είχε σταθεί όρθιο το Έθνος; Αμφίβολο. Του «Έθνους η ειμαρμένη» απαίτησε Κάθαρση. Τιμωρία. Για κάποιους ίσως άδικα, αλλά δεν γινόταν αλλιώς.
Ας συγκρίνει λοιπόν τώρα ο αναγνώστης, το τότε και το σήμερα. Η φτωχή, ηττημένη, ταπεινωμένη Ελλάδα του 1922, μετά την Κάθαρση της Μικρασιατικής Τραγωδίας στάθηκε στα πόδια της και ανάγκασε 18 χρόνια μετά όλη την οικουμένη να υποκλιθεί στο μεγαλείο της ελληνικής ψυχής. Αντίθετα, η ευημερούσα Ελλάδα του 1974, «ταϊστηκε»  με «δημοκρατία», «σοσιαλισμό» και «οικονομική ανάπτυξη», και  αγνόησε  την ιστορική αναγκαιότητα και την αδήριτη εσωτερική ανάγκη του κοινωνικού σώματος  για τιμωρία των ενόχων της Κυπριακής Τραγωδίας. Τριάντα επτά χρόνια μετά, και αφού είδε να περνά μπροστά της τόσος πλούτος όσος ίσως δεν είχε εμφανιστεί σε καμμία άλλη περίοδο του ελεύθερου βίου της, η Ελλαδική κοινωνία καταρρέει παταγωδώς. Καταρρέει, βασανιστικά και εξευτελιστικά, περίγελως των Εθνών της Γης. Μη έχοντας ηθική πυξίδα, εκμαυλισμένη και αποπροσανατολισμένη, διαλύεται αδυνατώντας να βρεί στήριγμα στην εθελόδουλη μεταπολιτευτική πολιτική elite, αλλά και στη γελοία, νεο-πλουτίστικη οικονομική elite (της οποίας οι «εκλεκτοί», κάποτε διασκέδαζαν εκτοξεύοντας αλλήλοις αστακούς, σε εκείνα τα «υπέροχα» καλοκαιρινά μυκονιάτικα parties της περιόδου του Χρηματιστηρίου, έξοχα δείγματα της αισθητικής μιας μεταπολίτευσης που οικοδομήθηκε πάνω στα ερείπια του Κυπριακού Ελληνισμού).
Μετά από αυτή την ιστορική αντίστιξη, ας καγχάσει όποιος θέλει για το περιεχόμενο αυτού του άρθρου. Αν μπορεί, φυσικά.  Οι σκιές του Κυπριακού καλοκαιριού του 1974, και το βλέμμα εκείνου του αγοριού μπροστά στον τοίχο που κραυγάζει μέσα στην εκκωφαντική σιωπή της φωτογραφίας «Κανένας  δεν ξεχνά, Τίποτα δεν ξεχνιέται!» θα στοιχειώνουν για πάντα τις μέρες μας.  Η Κύπρος τιμωρεί διαχρονικά και αυτούς που «εμήδισαν», και αυτούς που την ξέχασαν. Μάλλον, δεν θα καταφέρουμε να μάθουμε με σιγουριά αν κάποιοι «εμήδισαν», απλά το υποπτευόμαστε. Σίγουρα όμως, η ελλαδική κοινωνία επέλεξε να ξεχάσει. Αλλά, όπως μαρτυρά ο σοφός λαός, όπως στρώνει κανείς, έτσι κοιμάται.
*(γραμμένο  για το http://www.istorikathemata.com/)

Αρέσει σε %d bloggers: